Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΙ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΙ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ




Του Γ. Φίκαρη

 Απ' το 1957 μεχρι το 1984 η Ελλάδα είχε αποκτήσει αυτάρκεια και τελικά πλεόνασμα σε μαλακό στάρι και την διατηρήσε μέχρι το 1984. 
΄Εκτοτε εισάγει περίπου 1.000.000 τονους μαλακό σιτάρι, ενώ το σκληρό ειναι πλεονεσματικό κατά 160% και οφείλλεται στα ισχυρά κίνητρα που έδωαε η Ε.Ε. 
Δηλαδή μάς αύξησαν την παραγωγή μακαρονιών και μας μείωσαν την παραγωγή ψωμιού, που από την αρχαιότητα ειναι βασικό ειδος διατροφής.
Η Λήμνος είχε πάντα πλήρη επάρκεια σιτηρών και υπερεπάρκεια του σκληρού σταριού και ζωοτροφών, για την αναπτυγμένη της κτηνοτροφία. Ήταν η Αργεντινή της Ελλάδς.Έτσι την αποκαλούσαν τα άλλα νησιά. 
Αν παρατηρήσει κανείς τον αριθμό των ανεμόμυλων στην παλιά Λήμνο, μπορεί να καταλάβει το εύρος της παραγωγής των σιτηρών και κυρίως του σταριού, που ήταν και κατ' εξοχήν το προϊόν που άλεθαν οι ανεμόμυλοι. 
Σήμερα είναι σε λειτουργία ένα μύλος, που λειτουργεί με πετρέλαιο. Δείτε ανεμόμυλους της παλιάς Λήμνου. Θα αναρωτηθείτε πώς οι παλιοί Λημνιοί άφησαν να χαθεί τόση αιολική ενέργεια, έστω και με τη μείωση της παραγωγής των σιτηρών. Όλη αυτή η παραγόμενη ενέργεια δεν θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί σε άλλους τομεις;

Η Λήμνος έχει το δικό της «μαύρο Σεπτέμβρη»

Θυμάμαι από μικρό παιδί να περνάω έξω από την εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στην αγορά της Μύρινας, η οποία κτίστηκε το 1988 εις μνήμην των θυμάτων της 9ης Σεπτεμβρίου του 1939, και να ακούω τους μεγάλους να μιλάνε για μια μεγάλη συμφορά που συνέβη εκεί. Για ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους σε μια μεγάλη πυρκαγιά.

Ήταν ίσως η μοναδική συμφορά της Λήμνου για την οποία είχα ακούσει στα παιδικά μου χρόνια και που κάθε φορά που περνούσα από το σημείο αυτό κάτι δυσάρεστο κυρίευε την παιδική μου ψυχή.

Γράφει η επιγραφή στην είσοδο της εκκλησίας: «Ιερός Ναός Γέννησης της Θεοτόκου. Ανηγέρθη το 1988 από το Π.Σ.Τ. και δωρεές με πρωτοβουλία και με επιμέλεια Χ.Π. Παντελαρούδη στη μνήμη των καέντων στις 9-9-1939».

Ήταν 9 Σεπτεμβρίου του 1939 όταν δεκάδες άνθρωποι άφησαν την τελευταία τους πνοή σε πυρκαγιά που ξέσπασε στον κινηματογράφο που βρισκόταν τότε στο σημείο αυτό, την ώρα της προβολής της ταινίας «Ave Maria».

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το κακό ξεκίνησε όταν πήρε φωτιά το φιλμ. Χωρίς έξοδο κινδύνου και χωρίς τρόπο εύκολης διαφυγής, οι θεατές εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους από τη φωτιά.

Σήμερα κλείνουν 76 χρόνια από εκείνη τη μαύρη μέρα στην ιστορία του νησιού και οι αφηγήσεις από στόμα σε στόμα φθάνουν μέχρι τα τώρα. Οι περιγραφές κάνουν λόγο για έναν θερινό κινηματογράφο ο οποίος όμως είχε πόρτα που άνοιγε προς τα μέσα.

Όπως το πλήθος πανικοβλήθηκε από τη φωτιά, έπεσε πάνω στην πόρτα η οποία «φράκαρε» κατά το κοινώς λεγόμενο. Και τα παράθυρα ήταν «σφραγισμένα» για να μη μπορούν να βλέπουν όσοι ήταν έξω από τον κινηματογράφο.

Κάποιοι κατάφεραν να πηδήξουν και να σωθούν, κάποιοι όμως εγκλωβίστηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Λέγεται μάλιστα ότι οι νεκροί ήταν σε τέτοιο βαθμό παραμορφωμένοι, που τους αναγνώριζαν μόνο από τα κοσμήματα. Ο αριθμός των θυμάτων, με βάση τις καταγραφές, 58.

Για το θέμα έχει αναφερθεί εκτενώς σε βιβλίο του ο συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης στο βιβλίο του «Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου», που εξέδωσε το 2008, κάνοντας λόγο για μια «ασύλληπτη λημνιακή τραγωδία» που «αποτελεί για το νησί μας το τραγικότερο γεγονός του 20ού αιώνα, που συνετάραξε την κοινωνία του Κάστρου (Μύρινα), σε μια εποχή, όπου τα μαύρα σύννεφα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλησίαζαν και στη χώρα μας».

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΑΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ





Του Γ. Φίκαρη



    Ο κόσμος της Λήμνου, παρά την φτώχεια του, ήξερε να ξεχωρίζει τις καλές μέρες του χρόνου. Μέρες σαν  τις Απόκρεω , την Καθαρή Δευτέρα και την Πρωτομαγιά τις τιμούσε ιδιαιτέρως με εξόδους διασκέδασης και ξεφαντώματος. Με λίγα λόγια, γλεντούσε. Οι νοικοκυρές ξημερωνόταν να ετοιμάσουν φαγητά και μεζέδες για τα “τραπέζια” και το “ξεφάντωμα”. Ό,τι είχε το σπιτικό, χωρίς αγορές και ψώνια. Κοντά στα μαγειρέματα και τις ετοιμασίες της νοικοκυράς,η φροντίδα των ψαράδων και των σφουγγαράδων για ψάρια και θαλασσινά που ανελάμβαναν να συνεισφέρουν. Την Καθαρά Δευτέρα, σχεδόν πάντα, τόπος ξεφαντώματος ήταν το νησάκι με το ομόνυμο εκκλησάκι   του   Άη Νικόλα και  το ακρωτήρι της Πούντας. Στην Αγ. Βαρβάρα και το κουκουμά.(πυραμίδα που κατασκευάστηκε απ τα στρατεύματα της μάχης της Καλλίπολης, για τη λατρεία των Μουσουλμάνων εργατών της Αιγύπτου και τους Τούρκους αιχμαλώτους.)
 Ο μπαρμπα Παναγιώτης ο Μανιάτης ήταν ψαράς της εποχής. Ειχε ένα βαρκαλά 5 μέτρα άγνωστης ηλικίας, ασενιάριστο, άβαφο και κακοσυντηρημένο. Εγερνε  πότε απ τη μιά μεριά και πότε απο την άλλη απ τα νερά που καλάριζε κακοαραγμένο και αμιζάριστο. Τά μαδέρια του είχαν πάρει αποστάσεις το ένα απ το άλλο και οι αρμοί του  έχασκαν και έμπαζαν νερό με το πρώτο θαλασσάκι. Αυτός  όμως δεν νοιαζόταν. Πρόσεχε και μετακινούσε τη βάρκα  με ένα κοντάρι, καμιά φορά και με κουπιά, αλλά πάντα γιαλό-γιαλό και ελάχιστη ταχύτητα. Δίπλα του είχε ένα μικρό δοχείο  για να αδειάζει κάθε λίγο τα νερά του. Η ηλικία κι  ένα πρόβλημα στο πόδι τόν έκανα να είναι πάντα αργός και προσεκτικός στις κινήσεις του. Τότε τα ψάρια και τα υπόλοιπα αλιεύματα ήταν πλούσια και εύκολα στην αλίευσή τους. Δέν χρειαζόταν και τόσος κόπος για λίγα χταπόδια, σουπιές, αχινους και άλλα θαλασσινά.
   Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας του 50, κάτοικοι των Αγκαρυώνων ξεκίνησαν με τα πόδια και περνώντας τη λίμνη του Πεσπέραγου βγήκαν στή Λένα απένατι. Πιάνοντας τα βορεινά έφτασαν στον Αη Νικόλα μέσα απ’ τη διάβαση που τότε υπήρχε με βράχους κοντά ο ένας στον άλλο και δημιουργούσαν ένα ψευτομόλο-πέρασμα.
  Ο μπάρμπα-Παναγιώτης με το βαρκαλά του, τον ανηψιό του τον Αριστείδη και την κόρη του, πήρε τη βάρκα του απ το μαντράκι και στο δρόμο προς τον Αη Νικόλα μάζεψε όσα θαλασσινά μπόρεσε και τα μετέφερε στον Αη Νικόλα όπου είχε μαζευτεί πολύς κόσμος για το ξεφάντωμα. Ανάμεσά τους και Κουταλιανοί με δυό σφουγγαράδικα που είχαν κουβαλήσει του κόσμου τα θαλασσινα, αστακούς και ψάρια. Εκεί γινόταν και η περίφημη πηχτή με αστακούς. Ήταν τόσο πολλοί τότε. Τους σπούσαν σε μεγάλα καζάνια κι έτρωγαν μόνο το περιεχόμενο τους.
   Πέρασε η μέρα όμορφα και καλά και ήλθε η ώρα του γυρισμού. Οι χωριανοί του μπάρμπα-Παναγιώτη του ζήτησαν να τους πάρη με τη βάρκα του. Αυτός δέ ήθελε, γνωρίζοντας ότι η βάρκα του δεν είχε την ανάλογη μεταφορική ικανότητα. Αυτοί όμως μπήκαν, αγνοώντας τον καλοκάγαθο γέρο κι αυτός σιγά-σιγά με το κουπί πήρε το δρόμο του γυρισμού για την Κούταλη. 
   Μέσα στη βάρκα είχε και  όμορφες κοπέλες, γέρους, παλικάρια και μικρά παιδία. Οι Κουταλιανοι που ξεφάντωναν μαζί τους, θέλοντας να κάνουν το κομάτι τους στις όμορφες κοπέλες, προθυμοποιήθηκαν  να τους πάνε γρηγορότερα στον προορισμό τους. Φτάνοντας κοντά στη βάρκα, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει ο μπάρμπα-Παναγιώτης, πέταξαν ένα κάβο κι έδεσαν τον βαρκαλά. Άδικα φώναζε ο γέρος να σταματήσουν. Άνοιξαν και όλο το δρόμο του καΐκιού . Η βάρκα στην αρχή ανασήκωσε την πλώρη της, έσχισε με δύναμη τα νερά αλλά άρχισε να μπάζει πολλά νερά απ τήν πρύμνη που κάθησε. Κανείς δεν άκουγε πια τις φωνές του μπάρμπα- Παναγιώτη. Σε λίγο ακούστηκαν περίεργοι κρότοι κι η βάρκα άρχισε να γίνεται κομμάτια, να σχίζεται στα δύο και να αναποδογυρίζει. Άντρες, γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν στη θάλασσα. Έγινε ένας χαμός. Σχεδόν κανείς,  εκτός του μπάρμπα- Παναγιώτη κι ενός μπόμποιρα δέκα χρονών, δεν ήξερε κολύμπι. Μια γυναίκα, η Μπεμπέκα κρατούσε τα δυό παδιά της κάτω απ’ τις μασχάλες της και φώναζε, ένα άλο μικρό παιδάκι ανάσκελα μυστηριωδώς επέπλεε κλαίγοντας. Κάποιοι πρόλαβαν κι έπιασαν το καΐκι και ανέβηκαν επάνω και οι γυναίκες, με τα φαρδιά φορέματα της εποχής κρατιόταν στην επιφάνεια, γιατί οι φούστες γινόταν προσωρινα σωσίβια. Μέχρι να μουλιάσουν και να τις τραβήξουν  στον πάτο της θάλασσας. Κάποιοι πρόλαβαν κι έπιασαν στο καίκι και ανέβηκαν πάνω του. Οι άνδρες με τα ποδήματα και τις πατατούκες τους- Μαρτης μήνας- δεν μπορούσαν να κρατηθουν στην επιφάνεια κι ο ένας έπιανε τόν άλλον και τον τραβούσε στο βυθό. Όλοι έμελλε να πνιγούν δίπλα στη στεριά, κύρια απ το φόβο και τον πανικό του ναυαγού.
   Τότε, όμως, φάνηκε η ναυτοσύνη και η παλικαριά των Κουταλιανών του καΐκιού. Με την κατάλληλη μανούβρα έφτασαν κοντά στούς ναυαγούς και με τα σχοινια στο στόμα βουτούσαν, έδεναν δυό τρεις ανθρώπους και οι οι υπόλοιποι τους ανέβαζαν στο καίκι και τους συνέφερναν μισοπνιγμένους. Σε λίγο τους είχαν ανεβάσει όλους. Τους έβγαλαν το νερό από μέσα τους, τους σκέπασαν με ό,τι ρουχα είχαν στο καίκι κι έφυγαν ολοταχώς για την Κούταλη, όπου τους πήραν στα σπίτια τους, τους έντυσαν και τους ζέσταναν. Έμεινε ο βαρκαλάς του μπάρμπα-Μανιάτη κοματιασμένος, μισοβυθισμένος και αναποδογυρισμένος, να τον λούζει  το κυματάκι του κόλπου. Κανείς δεν γύρισε να τον δει. Μόνο ο μπαρμπα-Παναγιώτης τον κοίταξε, χωρίς να μιλά και να σχολιάζει.΄Ηξερε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε και ότι δεν θα ξανάφτιαχνε άλλη βάρκα. Τα χρόνια του πια δεν του το επέτρεπαν.
  Η είδηση διαδόθηκε στην περιοχή και οι συγγενείς των ναυαγών  έτρεχαν στην Κούταλη κλαίγοντας και μοιρολογώντας. Εκεί βρήκαν τους ανθρώπους τους σώους και αβλαβείς, έκαναν  το σταυρό τους  και φιλούσαν την εικόνα του Αη Νικόλα που τους έσωσε, μεγάλη η χάρη του.
   ΄Εγινε κύριο θέμα συζήτησης για πολύ καιρό. Ο καθένας με την δική του εκδοχή και άποψή για το συμβάν. Οι Κουταλιανοί δεν ήθελαν και πολύ. Τους έπιασε το μικρασιάτικο και άρχισαν να μετασυνθέτουν το περιστατικό σε ποίημα, μετά σε τραγούδι, που έμελλε να κυκλοφορεί πολλά χρόνια και να τραγουδιέται απ τους νέους και τις νέες των Αγκαρυώνων και της Κούταλης στίς διασκεδάσεις και τις άλλες συναντήσεις τους.Σημειωτέον ότι τα δύο αυτά χωρία έδεναν πάντα άριστες μεταξύ τους  σχέσεις.
   Θυμάμαι το περιστατικό, όντας μικρό παιδάκι, και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά δεν θυμόμουν τα λόγια του. Μια απ τις τότε κοπέλες, σήμερα με δισσέγγονα, μετά από επίμονες παραινέσεις μου  μου το σιγοτραγούδισε δακρυσμένη. Μετά,μου μίλησε για τα νιάτα της, τις αναμνήσεις και τα  πρόσωπα που έχουν σχεδόν όλα φύγει πια και μετά μού το επανέλαβε για να το γράψω και να σας το μεταφέρω. Όσο έμενε στη μνήμη της ακόμα:
 
                       Ακούσατε ένα τραγικό αξέχατη ημέρα
                       πως ο Μανιάτης βούλιαξε την Καθαρά Δευτέρα;
                       Πήγανε για θαλασσινά, να φάνε και να πιούνε
                       και στα καλά καθούμενα κόντεψαν να πνιγούνε.

                       Φόρτωσε γυναικόπαιδα  και πήγαν για αγώνες
                        και θα μαυροφορούσανε όλες οι Αγκαρυώνες.
                        Ο Κώστας και ο Παντελής και άλλοι κολυμπώντας
                        με τα σχοινά στο στόμα τους έπεσαν βοηθώντας.
                        
                        Κι ενώ σχεδόν όλοι τους ήταν παραδομένοι
                         απ την πολλή τη θάλασσα όλοι μισοπνιγμένοι
                         επάνω τους ανέβαζαν στο άλμπουρο τους κρεμούσαν
                         και ο Σωκράτης με τη βια τους έβαζε και ξερνούσαν.                       
                        
                        Στην Κούταλη τους βγάλανε για να τους περιθάλψουν
                        στα σπίτια τους τους πήγανε τα ρούχα για να αλλάξουν.
                        Ήτανε τόσο τραγικό, αξέχαστη ημέρα
                        που ο Μανιάτης βούλιαξε την Καθαρά Δευτέρα.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Τι είναι η Λήμνος , τελικά ;



Στο χρώμα, το καλοκαίρι, είναι μελιά. Νησί θηλυκό γεμάτο γλυκές καμπύλες. Η Λήμνος είναι μια ζεστή αμμουδιά βγαλμένη από παιδικά χρόνια. Μια πατημασιά μέσα στα ξερά στάχυα. Η με­λανή κηλίδα της κουρούνας πάνω στη συκιά. Ένα καλογερίστικο μαντρί πολιορκημένο από το αφράτο κοκκινόχωμα. Μια βυθισμένη πολιτεία του Ομήρου στους Μέθωνες. Ένας κεχαγιάς ζωγραφισμένος από το Θεόφιλο. Ένα ποτήρι παγωμένο κρασί μεσημέρι στον Κότσινα. Είναι η χρυσαφιά λίρα της ζύμης για τα φλομάρια. Ένα θέατρο από ροδοκίτρινη πέτρα ανάμεσα σε ρόκες. Μια πελώρια αμμουδιά χαμένη μέσα στα βουνά. Είναι τα κουρεμένα κεφάλια στην καρότσα ενός ΡΕΟ στο δρόμο έξω από την Ατσική. Είναι οι μνήμες των εξόριστων στο Κοντοπούλι και στον Αι-Στράτη. Είναι η φωτιά του Ηφαίστου που κάνει νόστιμο το μελίχλωρο, που φουσκώνει τις χρυσές ρώγες των σταφυλιών, που πρασινίζει τα νερά στο Παρθενόμιτο, που κάνει εντελώς ονειρικά τα δειλινά μπροστά στον ιερό κώνο του Άθωνα.
Όμως αυτή είναι η δική μας Λήμνος. Τη δική σας βρείτε την φέτος το καλοκαίρι.

Πηγή: περιοδικό «Passport»

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

Ο Luigi Beschi της Ηφαιστίας και του Καβείριου: Έφυγε από τη ζωή ο αρχαιολόγος που ανέσκαψε επί 20 χρόνια τη Λήμνο

Έφυγε από τη ζωή ο Luigi Beschi, ένας από τους γνωστότερους και πιο σημαντικούς αρχαιολόγους της εποχής μας, με τον οποίο η Λήμνος συνδέθηκε ανασκαφικά , αφού από το 1978 έως και το 1997 διηύθυνε τις ανασκαφές στην Ηφαιστία και το Καβείριο.

Γεννημένος το 1930 στο Desenzano del Garda της βόρειας Ιταλίας, ο Beschi σπούδασε Ιστορία της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Padova, έλαβε μέρος στις αρχαιολογικές αποστολές της Κυρήνης και υπήρξε υπότροφος της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.
Από το 1972 δίδασκε διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Chieti, της Νάπολης, της Πίζας και της Φλωρεντίας, διενεργώντας ταυτόχρονα τις ανασκαφές της Ηφαιστίας και του Ιερού των Καβείρων στη Λήμνο.


Σε συνέχεια των παλαιών ανασκαφών της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, αποκάλυψε στο ιερό τέµενος της Ηφαιστίας έναν αρχαϊκό ναό τελεστηριακού χαρακτήρα, µε θρανία και άδυτο, που σχετίζεται µε τη λατρεία της Μεγάλης Θεάς της Λήµνου.

Ο ναός ιδρύθηκε στα µέσα του 7ου αι. και εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Στο Καβείριο ολοκλήρωσε την ανασκαφή του ελληνιστικού τελεστηρίου του α´ µισού του 2ου αι. π.Χ., η έρευνα του οποίου είχε διακοπεί το 1939, αποκαλύπτοντας πλήρως την κάτοψή του.
Παράλληλα, ανέσκαψε έναν πλούσιο αποθέτη κεραµικής από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. έως και την ελληνιστική περίοδο, που απέδειξε -εκτός των άλλων- την ύπαρξη στενών σχέσεων του νησιού µε την Αττική.
Η έρευνα στο Καβείριο αποκάλυψε επίσης στα θεµέλια του ρωµαϊκού τελεστηρίου ένα αρχαϊκό τελεστήριο, που ιδρύθηκε τον 7ο αι. π.Χ. από τους Τυρρηνούς. Σε αυτό είχε διατηρηθεί ανέπαφο το στρώµα της καταστροφής του, µέσα στο οποίο βρέθηκαν πολυπληθή αγγεία, κάποια από τα οποία ήταν ενεπίγραφα.


Μελέτες…
Για τις ανασκαφές του στη Λήµνο δηµοσίευσε πληθώρα εργασιών. 
Σηµαντικός αριθµός µελετών αφορά επιµέρους ευρήµατα των ανασκαφών που διηύθυνε ο ίδιος ή παλαιοτέρων.

Πολλές είναι οι εργασίες του για ζητήµατα κεραµικής της Ηφαιστίας και του Καβειρίου από την υπογεωµετρική έως και την ελληνιστική.
Επιπλέον, το εξαιρετικά πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο φώτισε πολλές σκοτεινές πτυχές επιμέρους θεμάτων, όπως τη δομή της ζωφόρου του Παρθενώνα και τη λογική της, τη διαδοχή των ιερών στη δυτική και τη νότια πλευρά της Ακρόπολης, το ιστορικό του ιερού βράχου κατά την περίοδο της ξενοκρατίας, ποικίλα τοπογραφικής ή αρχιτεκτονικής φύσεως ερωτήματα γύρω από διάφορα μνημεία των Αθηνών και της Αττικής.
Εξίσου πολύτιμες είναι οι μελέτες του για την προέλευση ορισμένων γλυπτών σε ιταλικά μουσεία από την ενετοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και για την περιπετειώδη κατάληξη στην Αγγλία κάποιων κιόνων από το σουνιακό ναό του Ποσειδώνα. Πρέπει ακόμα να μνημονευθεί η παράλληλη συμβολή του στην έρευνα της κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως του Bach.
Για τη διεθνώς καταξιωμένη προσφορά του, ο Luigi Beschi τιμήθηκε από έναν μεγάλο αριθμό φημισμένων ακαδημιών, πανεπιστημιακών σχολών, πνευματικών ιδρυμάτων και από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, όπως, εξάλλου, είχε τιμηθεί από τους Έλληνες φίλους του τόσο για την ειλικρίνεια της αγάπης του όσο και για την αμέριστη συμπαράστασή του.

Πηγή: emprosnet.gr

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Κωνσταντίνος Χατζηιωάννου: Ο λημνιός αγωνιστής του 1821

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου και αργότερα Χατζηιωάννου από τη Λήμνο υπήρξε Έλληνας στρατιωτικός και αγωνιστής στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού και τιμήθηκε με χαλκούν αριστείο και αργυρό σταυρό. Μεταπολεμικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Η δράση του

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου γεννήθηκε στη Λήμνο στις αρχές του 19ου αιώνα και συμμετείχε στην Επανάσταση τα τελευταία έτη του αγώνα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απονομής του χαλκινου αριστείου που του δόθηκε. Όμως, δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες από τη δράση του στον αγώνα. Πρωτοαναφέρεται το 1829, όταν κατατάχτηκε στο ΙΒ΄ ελαφρύ τάγμα του συντοπίτη του αξιωματικού Τριαντάφυλλου Τζουρά. Το 1830 υπηρετούσε ως λοχίας σιτιστής στο 2ο λόχο υπό τον λοχαγό Ιω. Κοντούλη. Την εποχή αυτή μετείχε με το τάγμα του στις προσπάθειες αντιμετώπισης των στασιαστών στο Άργος. Τον Αύγουστο του 1831 με εντολή του υπουργού Στρατιωτικών Π.Γ. Ρόδιου συνόδεψε χρηματαποστολή 2,5 χιλιάδων φοινίκων που αφορούσε στη μισθοδοσία υπαλλήλων και στρατιωτικών από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Το ίδιο έτος προήχθη σε ανθυπολοχαγό και ανέλαβε υπασπιστής του Τρ. Τζουρά και μετά το σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου του υποταγματάρχγη Ι. Κοντούλη που ανέλαβε τη διοίκηση.
Με την έλευση του Όθωνα και τη διάλυση των "ατάκτων" κατατάχθηκε ως λοχίας στο 2ο λόχο του Α΄ τάγματος ακροβολιστών του Τρ. Τζουρά στην Αθήνα. Αργότερα, το 1836, αναφέρεται ως ανθυπολοχαγός και έχει μετατεθεί στη Φθιώτιδα στο Σώμα Εθνοφυλακής του Βάσου Μαυροβουνιώτη.
Το έτος αυτό τιμήθηκε με το χάλκινο αριστείο, αλλά δεν έλαβε ποτέ το σχετικό δίπλωμα. Το 1838 ο διοικητής του, Βάσος Μαυροβουνιώτης, διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση της αποστολής του γράφοντας μεταξύ άλλων στην αναφορά του προς το Υπ. Στρατιωτικών ότι του απονεμήθηκε:
"Χάριν των πολλών εκδουλεύσεών του προς την πατρίδα, επειδή και εις τον ιερόν αγώνα της πατρίδος εξεπλήρωσε εντίμως το χρέος του.
Το δίπλωμα και το μετάλλιο όμως και πάλι δεν έφτασαν. Σε σχετικό ερώτημα που έστειλε το 1840 μέσω του νέου διοικητή του Τρ. Τζουρά, του απάντησαν πως: "Το χαλκούν αριστείον του λοχίου Κώστα Χ΄΄Ιωάννου σας απεστάλη κατά το 1836 έτος, με την υπ' αριθ. 8216 της 20 Μαΐου Διαταγήν μας". Προφανώς κάπου παράπεσε.
Παράλληλα, ως ανθυπολοχαγός, του απονεμήθηκε ο αργυρούς σταυρός, συνοδευόμενος από το ακόλουθο δίπλωμα που πιστοποιεί τη συμμετοχή του στον αγώνα της ανεξαρτησίας:
ΟΘΩΝ
Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος
Χορηγήσαντες τον κατά την 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 συστηθέντα αργυρούν σταυρόν εις τον Κύριον Κωνσταντίνον Ιωάννου Λήμνιον ανθυπολοχαγόν, ως εντίμως μεθέξαντα του υπέρ ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνος με την άδειαν του να φέρει το έντιμον τούτο παράσημον εις πάσαν περίστασιν, παρέχομεν εις αυτόν προς πιστοποίησιν τούτου το παρόν Δίπλωμα, υπογεγραμμένον παρ' Ημών Ιδία χειρί και εσφραγισμένον με την Ημετέραν μεγάλην Σφραγίδα του Κράτους.
Εν Αθήναις την 20 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1836.
Είναι γνωστό πως συνέχισε να υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός μέχρι το Δεκέμβριο του 1860. Στα έγγραφα μετά το 1840 αναφέρεται κάποιες φορές και ως Χατζηιωάννου, προφανώς έπειτα από κάποιο προσκύνημα που έκανε στα Ιεροσόλυμα.

Πηγή: Βικιπαίδεια

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Ο μοναχικός καβαλάρης της Λήμνου



Φωτογραφία: Doug Wiebe
Του Γ. Φίκαρη

Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο σπίτι τους , μαζί με τη μάνα του και την αδελφή του. Τέλειωσε το δημοτικό, αλλά γράμματα δεν έμαθε. Έξι χρόνια ακολουθούσε τις συνήθειες των άλλων παιδιών στο σχολείο, έτσι για περνά ο καιρός. Τα μεταεμφυλιακά χρόνια κράτησαν τη σκληράδα των πολέμων που προηγήθηκαν κι ο κόσμος αρκούνταν στον αγώνα για τα προς το ζην.


Ποιός να νοιαστεί για το μικρό Γιώργο και τα προβλήματα του. Φεύγοντας απ το δημοτικό, “στοίχισε” σε κεχαγιάδες φυλάγοντας πρόβατα για αρκετά χρόνια. Εκεί έμαθε, όπως τις έμαθε, τις δουλειές της μάντρας, των χωραφιών και των ζώων και εκεί έφτιαξε μόνος του το νοικοκυριό του. Εκεί μπόρεσε και επιβίωσε και εκεί εξακολουθεί να ζει σε άθλιες συνθήκες. Όσο ζούσε η μάνα του, κάπου-κάπου περνούσε απ’ το σπίτι και έτρωγε ένα πιάτο ζεστό φαΐ. Τώρα, απομονωμένος στο δικό του κόσμο, ψάχνει ζεστασιά και λίγο φαΐ σε παρέες και πανηγύρια, πολλές φορές κρατώντας και τη λύρα του, που γρατζουνίζει τις χορδές της, χωρίς να ξέρει τι παίζει. Ασχολείται με αγροτικές δουλειές, έχοντας μια ντουζίνα άλογα δεμένα εδώ κι εκεί που χρησιμοποιεί για τα οργώματα και το κάρο, κι ένα μικρό κοπάδι πρόβατα.


Δεν φόρεσε ποτέ καθαρά ρούχα, ούτε παπούτσια. Φοράει μόνιμα τσαρούχια και παινεύεται για την τέχνη στην κατασκευή τους. Τον δεκαπενταύγουστο βάζει και τον παλιό σκούφο, την πατατούκα και το κελιστό άσπρο πουκάμισο των κεχαγιάδων. Η μέρα εκείνη έχει σημειολογική σημασία . Ήταν η μέρα που αντάμωναν στό πανηγύρι οι κεχαγιάδες και οι τσοπάνηδες και στοίχιζαν (συμφωνούσαν) για τις απολαβές του τσοπάνη της επόμενης χρονιάς, που σπάνια ήταν παραπάνω από μια φορεσία, δυο πρόβατα, δυο πινάκια σιτάρι και ένα ζευγάρι παπούτσια απο λάστιχο για γιορτινά. Τα καθημερινα ήταν τσαρούχια και «μαούνες», που φτιαχνόταν από λάστιχα αυτοκινήτων.


Δεν έχει ωράριο, δεν ξεχωρίζει τη νύχτα απ’ τη μέρα. Καθισμένος στο άλογό του, μπορείς να τον συναντήσεις παντού και οποιαδήποτε μέρα και ώρα. Από μακριά ακούς τον καλπασμό του αλόγου του και τον βλέπεις ξαφνικά μπροστά σου . Κάποιοι τον φοβούνται και τον αποφεύγουν. Οι πολλοί στέκονται και του μιλούν για να τον πειράξουν. Αυτός όμως δεν νοιάζεται. Έχει συνηθίσει πια τους ανθρώπους , τους δέχεται όπως είναι και απαντά ανάλογα, προσπαθώντας πολλές φορές να αποκομίσει και κάποια οφέλη από αυτούς.


Απ’ τα λίγα λεφτά που βγάζει δεν ξοδεύει ούτε μια δραχμή. Κάθε τόσο διανύει με το άλογό του τριάντα χιλιόμετρα για να πάει στη πρωτεύουσα και να καταθέσει τα λεφτά στην τράπεζα. Κάποτε τον κορόιδεψαν τα πειραχτήρια του χωριού του . Του είπαν ότι οι ποντικοί μπήκαν στην τράπεζα και έφαγαν ολα τα χρήματά της. Ξημερώθηκε στην πόρτα της, περιμένοντας να διαπιστώσει αν ηταν αλήθεια ή ψέμα. Αρκέστηκε στη διαβεβαίωση του διευθυντού και έφυγε. Μια άλλη φορά έγινε μια άγρια δολοφονία στην περιοχή. Ο Γιώργος πρώτος ανάμεσα στούς ύπόπτους αφηγείται: « Το πρωί έκαμα λίγο τσορβά κι κάτσα να τον πιω. Άκσα τσ σκύλ να γαυγίζνε και κάποιουν να με φωνάζ. Ήνταν χουροφύλακες . Ωχ, είπα στον εαυτόμ. Τίποτα όρνιθες πάλι θα χαθήκαν. Πάλι ιγώ θα βρώ του μπελάμ». Τόν ανέκριναν και για καλή του τύχη βρέθηκε άλλοθι απ την μαρτυρία άλλων και τη δική του και τον άφησαν.

Δηλώνει ισόβια υποταγή μόνο σε εκείνον που τα έβαλε μαζί του και τον νίκησε. Την υποταγή του την εκφραζει με το: Οτ πεις εσύ........

Άλλη μιά ιστορία που δείχνει τη λημνιά πονηριά του. Κάποιος τον πλησίασε και τόν μύησε σε μια μικροκομπίνα πώλησης ενός χωραφιού του οποίου δεν ήταν ιδιοκτήτης ο Γιώργος. Υπέγραψε το συμβόλαιο με σταυρό και πήρε 300.000 δραχμές. Οι αγοραστές το μεταπούλησαν 3.000.000 δραχμές. Ο Γιώργος καμώθηκε ότι δεν ήξερε και βλαστημούσε τούς αγοραστές που τον κορόιδεψαν. Όταν όμως τα πειραχτήρια το παράκαναν, φεύγοντας τους φώναξε: «Βρε να σας πω τν αλήθεια , το χωράφ δέν ήταν θκομ.»

Ο Γιώργος θα μπορούσε να είναι σαν όλους τούς άλλους . Να ζει στο φτωχικό του με τη φαμίλια του,με τις έννοιες και τα προβλήματα, αλλά και με τη ζεστασιά του σπιτιού και της οικογένειας.

Άλλα όμως η τύχη όριζε γι’ αυτόν. Η ζωή του, ζωή ασκητή. Μόνο που δεν τήν διάλεξε και δεν έχει και την πνευματική δύναμη της πίστης για να ξεπερνά τα προβλήματά της. Άγωνίζεται απλά να επιβιώσει κάτω από αντίξοες συνθήκες. Και τά γηρατειά έρχονται. Ποιός θα φροντίσει και θα νοιαστεί για το Γιώργο;

Το κράτος, η συμπόνια η αλληλεγγύη των συνανθρώπων του. Ακόμη και φόρους θα αρχίσουν να του ζητάνε σε λίγο. Συχνά εκφράζει το παράπονό του: «Σάμπους είμι κι εγώ σαν τουν άλλου κόσμου; τι μπορώ πια να παντέχω από δω και περα;» Σταματά βγάζοντας ένα βρυχηθμό αγριμιού, θέλοντας να διώξει αυτά που έχει μαζέψει μέσα του. Καί φεύγει, χάνεται. Δέν θέλει να μιλήσει άλλο. Ξανακλείνεται στον εαυτό του και στον μικρόκοσμό του.

Οι παλιοί Λημνιοί ήταν πολύ σκληροί. Ξεχώριζαν αυτού του είδους τα άτομα, ακόμα και στην οικογένεια, απ’ την κοινωνική ζωή των υπολοίπων, θεωρώντας ότι δεν έχουν θέση σ’ αυτήν. Στη δουλειά , όμως, και τις υποχρεώσεις τους είχαν κανονικό μερίδιο. Καμιά φορά και μεγαλύτερο.Έτσι μεγάλωνε η απόσταση από τους άλλους και έμεναν πάντα μόνοι. Η εκμετάλλευση, ακόμη και στο οικογενειακό περιβάλλον. Καμιά φορά ο Θεός τους ξεκουράζει, πριν καταπέσουν. Αυτή είναι και η μόνη τους ελπίδα.