Τετάρτη 5 Ιουλίου 2023

Οι σειρήνες της Ηφαιστίας



Οι πήλινες σειρήνες της Ηφαιστίας είναι ένα από τα τεχνουργήματα που έχουν σημαδέψει περισσότερο την ιστορία των ιταλικών ερευνών στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Λήμνο. Η ανακάλυψή τους έγινε το 1929, τρία μόλις χρόνια μετά από την έναρξη των ανασκαφών της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών στο νησί. Αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη και λόγω του μεγάλου αριθμού παραδειγμάτων που ήλθαν στο φως: ποσότητα που προοριζόταν να παραμείνει μοναδική στο πανόραμα του Βόρειου Αιγαίου και γενικότερα στον ελληνικό κόσμο. 

Από τις 20 σειρήνες που βρέθηκαν στην Ηφαιστία, ένα ζεύγος εμπλούτισε, μαζί με άλλα αντικείμενα από το ίδιο σύνολο, το κύριο μουσείο της Αθήνας, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Μετά από κάποιες δεκαετίες, οι άλλες επανήλθαν στο νησί της Λήμνου και εκτέθηκαν στο νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Μύρινας, που εγκαινιάστηκε το 1961. Το 2014, έπειτα από έναν μεγάλο σεισμό που έσεισε τη Λήμνο και άλλα νησιά του βόρειου Αιγαίου, το Μουσείο και οι σειρήνες υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Τελευταία συντηρήθηκαν και πάλι για να εκτεθούν στο ανακαινισμένο αρχαιολογικό μουσείο του νησιού. 

Η ιστορία των σειρήνων αρχίζει με κάποιες γεωργικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν σε ένα πλάτωμα του βόρειου τμήματος της χερσονήσου της Ηφαιστίας. Σε αυτή τη ζώνη, χάρη στην ειδοποίηση των κατοίκων, ένας εικοσιτετράχρονος σπουδαστής της Σχολής των Αθηνών, ο Filippo Magi, ανακάλυψε ανάμεσα στο 1929 και το 1930 ένα κτήριο με πλούσιο αποθέτη που περιείχε εκατοντάδες αναθήματα. Αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου ιερού συγκροτήματος, που αποκαλύφθηκε από μεταγενέστερες ανασκαφές και είναι ακόμη σήμερα αντικείμενο ερευνών, κατά πάσα πιθανότητα αφιερωμένου στη λατρεία της Μεγάλης Θεάς Λήμνου. Το ιερό αποτελείται από μια κεντρική ζώνη, με μία αίθουσα που διαθέτει πλευρικά θρανία και ένα άδυτον, από κάποιους χώρους βοηθητικούς και αποθήκευσης τροφίμων πίσω από την κεντρική ζώνη, και από το κτήριο με τον αποθέτη. Αυτό το τελευταίο διατάσσεται σε δύο επίπεδα: 2 στο κατώτερο βρίσκονται οι βοηθητικοί χώροι, ενώ στο ανώτερο υπάρχουν 3 δωμάτια το ένα μετά το άλλο που ανοίγονταν σε μια υπαίθρια ζώνη και έβλεπαν στο κεντρικό συγκρότημα. 

Σε ένα στενό δωμάτιο, ονομαζόμενο Β, κάποια αναθήματα ήταν τοποθετημένα σε ένα υπερυψωμένο πλακόστρωτο. Ο μεγαλύτερος χώρος, ονομαζόμενος C, βρέθηκε γεμάτος, σε κάποια σημεία έφτανε μέχρι μισό μέτρο ύψους, με εκατοντάδες αναθήματα στοιβαγμένα το ένα επάνω στο άλλο. Ανάμεσά τους υπήρχαν τεχνουργήματα διαφόρων τύπων όπως χαλκά, πήλινα αγαλματίδια ανθρώπινων μορφών, ζώων ή της ίδιας της θεάς προστάτιδας της λατρείας, αλλά και εκλεπτυσμένα γραπτά αγγεία, εντόπιας παραγωγής ή εισηγμένα από την Αθήνα και την Κόρινθο. Μαζί με αυτά τα αντικείμενα βρίσκονταν οι 20 πήλινες σειρήνες, κάποιες σχεδόν ακέραιες, άλλες σε θραύσματα. Η χρονολόγηση των σειρήνων τοποθετείται στο πλαίσιο του 6ου αιώνα π.Χ., κάποιες στο πρώτο μισό, άλλες στο δεύτερο, σύγχρονες με το υπόλοιπο υλικό του αποθέτη, όπως τη πρωτολημνιακή κεραμική και τις αττικές και κορινθιακές εισαγωγές. Η χρονολογία αυτή, εξάλλου, βρίσκει παράλληλα στις άλλες τερρακόττες που προέρχονται από τα νησιωτικά κέντρα του Βόρειου Αιγαίου και της Μικράς Ασίας. 

Η περισσότερο αντιπροσωπευόμενη ομάδα αποτελείται από τερρακόττες με ύψος ανάμεσα στα 40 και τα 50 εκατοστά. Αποδίδονται με το πρόσωπο χαμογελαστής κόρης, διακριτικό στοιχείο της αρχαϊκής περιόδου. Φέρουν υψηλό κάλυμμα κεφαλής, τον πόλο, που είναι κοίλος στο εσωτερικό, και ενώτια. Το σώμα είναι αυτό ενός πτηνού, με τα πτερά ανοιχτά και κυρτά που ενώνονται πίσω από την κεφαλή. Η ουρά και τα πόδια ακουμπούν σε μια λεπτή παραλληλεπίπεδη μικρή βάση. 

Για τη δημιουργία μιας σειρήνας ήταν απαραίτητα τέσσερα βήματα, που προέβλεπαν την πραγματοποίηση στοιχείων που εκτελούνταν χωριστά και στη συνέχεια συγκολλούνταν: 

Το κάλυμμα της κεφαλής, το πρόσωπο, το σώμα και η βάση. 

Το κάλυμμα της κεφαλής ήταν πλασμένο με τροχό. Στο οπίσθιο τμήμα, μία μεγάλη οπή υποδεικνύει την ανάρτηση ή τη στερέωση της σειρήνας σε ένα στήριγμα. 

Το πρόσωπο είναι κατασκευασμένο σε μήτρα, ένα πήλινο καλούπι στο οποίο διαμορφώνονταν όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και στο οποίο απλωνόταν ο ωμός πηλός. Οι μήτρες χρησιμοποιούνταν για αντικείμενα της κοροπλαστικής και η ευρεία χρήση τους στα εργαστήρια πιστοποιείται και στον αποθέτη της Ηφαιστίας, από τον οποίο προέρχονται διάφορα παραδείγματα αφιερωμένα από τους ίδιους τους τεχνίτες που ήταν πιστοί της Μεγάλης Θεάς. 

Το σώμα είναι λεπτό και επίπεδο, εκτός από ένα μέρος εξογκωμένο που αντιστοιχεί στην κοιλιά, από όπου εκφύονται τα πτερά. Ακολουθούν η ουρά, που μπορεί να ήταν στραμμένη προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, και τα πόδια χωρίς τα άκρα. Η διαμόρφωση του γραμμικού και απλουστευμένου περιγράμματος των πτερών, των ποδιών και της ουράς φαίνεται να είναι αποτέλεσμα περίτμησης από μια λεπτή πήλινη πινακίδα. Για το περίγραμμα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα αρχικό μοντέλο, ίσως ξύλινο. Η εκτέλεση με την τεχνική της περίτμησης, εμφανής ιδιαίτερα στα καθαρά περιγράμματα των πτερών, ανακαλεί μια τεχνική που χρησιμοποιείτο ευρέως από τους Λήμνιους, όπως μπορούμε να δούμε από τα περίτμητα πήλινα πλακίδια, που παρουσιάζουν διάφορα θέματα όπως μορφές μουσικών. Τέλος, το σώμα και η κεφαλή ήταν συναρμολογημένα και προσέθεταν πήλινα δισκάρια ως ενώτια και κυλινδρικά στοιχεία ως βοστρύχους. 

Η τελευταία εργασία προέβλεπε τη στερέωση της Σειρήνας σε μια λεπτή βάση. Υπάρχουν άλλοι τύποι σειρήνων από το ίδιο σύνολο που στη θέση της βάσης, αντίθετα, έχουν πόδια πτηνού. 

Στις επιφάνειες είναι εμφανή τα ίχνη καύσης, που μπορούν να αποδοθούν σε μία πυρκαγιά που φούντωσε στο εσωτερικό του αποθέτη στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., έπειτα από την οποία το Κτήριο εγκαταλείφθηκε. Η φωτιά και ο χρόνος όμως αφαίρεσαν και μεγάλο μέρος των χρωμάτων που είχαν χρησιμοποιηθεί για να αναδείξουν τις ανατομικές λεπτομέρειες. Σε άλλες περιπτώσεις, αντίθετα, διατηρήθηκαν τα ίχνη καστανού χρώματος που αποδίδουν τις λεπτομέρειες του πτερώματος. 

Από την άποψη της τεχνοτροπίας και της τυπολογίας μπορούμε να πούμε πολλά. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα παραδείγματα του αποθέτη σε 8 διαφορετικές τυπολογίες, αναγνωρίσιμες από τη μήτρα του προσώπου, την παρουσία των ενωτίων και του καλύμματος της κεφαλής, τις διαστάσεις και το σχήμα του σώματος και της ουράς, αλλά και από την παρουσία διακοσμήσεων που αναπαριστούν το πτέρωμα. 

1) Πώς είχαν εκτεθεί στον αποθέτη; 

2) Ποιά ήταν η συμβολική σημασία των σειρήνων; 

3) Ποιοί τις είχαν αφιερώσει; 

Όσον αφορά στο πρώτο σημείο μπορούμε να πούμε ότι οι σειρήνες της Ηφαιστίας δεν μπορούσαν να στηριχθούν μόνες τους λόγω του τοξωτού σχήματος και της λεπτής βάσης. Σε αυτό το δεδομένο προστίθενται, επίσης, το πρόσωπο που είναι στραμμένο προς τα κάτω και η μεγάλη οπή στο οπίσθιο μέρος του καλύμματος της κεφαλής. Από αυτούς τους τρεις παράγοντες προκύπτει ότι οι Σειρήνες είχαν δημιουργηθεί για να κοιτάζουν τον θεατή από τα ψηλά προς τα χαμηλά, σε μια απόσταση τέτοια που να 4 καθιστά αντιληπτές τις λεπτομέρειες του προσώπου και τα χρώματα. Η πιο εμφανής δυνατότητα είναι να ήταν στερεωμένες με καρφιά στους τοίχους ή σε ξύλινα υπόβαθρα όπως οι δοκοί.

 Ο Alessandro Della Seta πριν και ο Gaetano Messineo μετά διατύπωσαν την υπόθεση μιας αρχιτεκτονικής λειτουργίας τους, έχοντας στο νου μια έκθεσή τους σαν ένα είδος συνεχούς ζωφόρου αποτελούμενης από Σειρήνες, που απέληγε στο κέντρο με την τερρακόττα της μορφής της Μεγάλης Θεάς, η οποία είχε βρεθεί μαζί τους. Η υπόθεση αυτή, όμως, φαίνεται ελάχιστα πιθανή για πολλούς λόγους: τη διαφορετική διάσταση των σειρήνων και, κυρίως, το αρχαιολογικό τεκμήριο της εύρεσής τους, η μία επάνω στην άλλη, στο εσωτερικό του κύριου χώρου του αποθέτη, όπως συμπεραίνεται από αυτή τη φωτογραφία της ανασκαφής στην οποία βλέπουμε τη μεγάλη θεά, τμήμα του καλύμματος της κεφαλής μίας σειρήνας και το πρόσωπο μίας σφίγγας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την Οδύσσεια και από άλλες πηγές, οι αρχαίοι φαντάζονταν τις σειρήνες σε αριθμό δύο ή τριών, όπως παρουσιάζονται στην αρχαϊκή αγγειογραφία. Από την άποψη ενός αρχαίου παρατηρητή, πράγματι, θα ήταν δύσκολο να φανταστεί μια θεωρία 20 σειρήνων. 

Είναι περισσότερο πιθανό οι Σειρήνες, όπως οι σφίγγες που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο και ήταν όμοιες ως προς την κατασκευή, να ήταν εκτεθειμένες στο εσωτερικό του δωματίου του αποθέτη ή αγκιστρωμένες σε κινητά στηρίγματα ή στερεωμένες στους τοίχους. Παρόμοια παραδείγματα ήλθαν στο φως και στην κεντρική ζώνη και σε άλλα σημεία διάσπαρτα στο ιερό, πράγμα που σημαίνει ότι τα αντικείμενα αυτά αρχικά δεν φυλάσσονταν στον αποθέτη, αλλά ήταν εκτεθειμένα στην περιοχή του ιερού που προοριζόταν για τελετές και τελετουργικά. 

Με βάση τις αρχαιολογικές μαρτυρίες, η εμφάνιση του εικονογραφικού θέματος των σειρήνων στη Λήμνο ανάγεται στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Οι πρώτες μαρτυρίες απαντούν στην εικονογραφημένη κεραμική εντόπιας παραγωγής, στη λεγόμενη τυρρηνική ή πρωτολημνιακή. Αυτές οι γραπτές σειρήνες ανάγονται μερικές δεκαετίες πριν από τις τερρακόττες του αποθέτη. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι η εύρεση, πάντα στο εσωτερικό του ίδιου αποθέτη, κάποιων ομοιωμάτων κτηρίων από τερακκόττα, επάνω στα οποία τεκμηριώνεται, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, η παρουσία μιας Σειρήνας, καθισμένης στην επίστεψη του κτηρίου. Τα ομοιώματα αυτά, μερικά από τα οποία αναπαριστούν κτήρια ή κρήνες, χρονολογούνται ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 7ου και το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. 

Στη φαντασία των κατοίκων της Λήμνου της αρχαϊκής εποχής, πριν από την άφιξη των Αθηναίων, οι σειρήνες ήταν συνήθεις παρουσίες. Και σε ένα ιερό του άλλου πιο σημαντικού κέντρου του νησιού, της Μύρινας, ήλθαν στο φως διάφορες τυπολογίες Σειρήνων παρόμοιες με εκείνες της Ηφαιστίας. Αυτές οι 5 μορφές εξάλλου μπορούσαν να έχουν λειτουργίες που δεν περιορίζονταν μόνον στη σφαίρα των αναθημάτων. Από την αρχαϊκή νεκρόπολη της Ηφαιστίας πράγματι προέρχονται κάποιες σειρήνες από τερρακόττα που χρησιμοποιούνταν ως ληκύθια και είχαν αποτεθεί στο εσωτερικό μιας γυναικείας ταφής. Οι σειρήνες της Λήμνου έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και εξάγονταν: σειρήνες κοροπλαστικής προέρχονται από διάφορα γειτονικά νησιωτικά κέντρα, όπως τα θραύσματα από το Αρτεμίσιον της Θάσου. 

Η άφθονη παρουσία σειρήνων στο ιερό της Ηφαιστίας, όπως και σε άλλες ζώνες του αρχαίου οικισμού, μαρτυρά μια παγιωμένη αναθηματική παράδοση. Στην ακρόπολη οι σειρήνες είναι ακόλουθες της Μεγάλης Θεάς Λήμνου, προστάτιδας του νησιού. Ακριβώς όπως στον ελληνικό κόσμο οι σειρήνες συσχετίζονται ενίοτε με την Ήρα. Η σημασία τους, ειδικότερα, μπορεί να ανιχνευτεί στη σχέση του νησιού και της Ηφαιστίας με τη θάλασσα. Οι σειρήνες, πράγματι, αντικατοπτρίζουν τους φόβους και τις παγίδες της ναυσιπλοΐας. 

Στην Οδύσσεια, η Κίρκη ειδοποιεί τον Οδυσσέα για το σαγηνευτικό και ολέθριο άσμα τους που οδηγούσε στον θάνατο όποιον τις συναπαντούσε. Μόνον ο Οδυσσέας, αφού έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί μέλισσας και τους διέταξε να τον δέσουν στο κατάρτι του πλοίου, μπόρεσε να επιβιώσει, αν και είχε ακούσει το πλάνο τραγούδι τους. Και οι Αργοναύτες, επιστρέφοντας από το ταξίδι τους στην Κολχίδα, είχαν συναντήσει τις σειρήνες και είχαν καταφέρει να γλυτώσουν τον θάνατο χάρη στο αρμονικό τραγούδι του Ορφέα, που με τις νότες του είχε πνίξει το θανάσιμο άσμα των σειρήνων. Είναι ακριβώς η συσχέτιση με τη μουσική μία περαιτέρω σύνδεση που μας επαναφέρει στη μεγάλη θεά, η οποία στην κεραμική και την κοροπλαστική απεικονίζεται ως μουσική θεότητα. Και οι σειρήνες, όπως είναι γνωστό, συνδέονταν με το τραγούδι και τη μουσική, και ως μουσικούς της λύρας τις συναντάμε να απεικονίζονται στο μεγαλύτερο μέρος των εικονογραφικών παραστάσεων. 

Ποιος αφιέρωσε τις σειρήνες; Η σχέση τους με τη θάλασσα μας επιτρέπει να συσχετίσουμε την αφιέρωση στη μόνιμη σχέση του νησιού με τη ναυσιπλοΐα και τις θαλάσσιες δραστηριότητες. Εκεί που βρίσκεται η Λήμνος, σε ένα πολυσύχναστο θαλάσσιο σταυροδρόμι, ήταν ένα από τα προγεφυρώματα ανάμεσα στο Βόρειο Αιγαίο και τις περιοχές που έβλεπαν σε αυτό, την Ανατολία και τον Ελλήσποντο. Και η Ηφαιστία, που βρεχόταν από τη θάλασσα από τρεις μεριές, απλωνόταν προς αυτόν τον ίδιο γεωγραφικό και θαλάσσιο χώρο. Το συγκεκριμένο ιερό έλεγχε οπτικά τον κυριότερο λιμενικό σταθμό του οικισμού, έναν σταθμό με έντονη κυκλοφορία είτε από ντόπιους ναυτικούς είτε από περαστικούς από το νησί, όπως υποδεικνύουν και τα πολυάριθμα εισηγμένα αντικείμενα. Οι πήλινες Σειρήνες, λοιπόν, θα 6 μπορούσαν να είχαν αφιερωθεί με αποτροπαϊκή λειτουργία για να τις καταστήσουν ευνοϊκές και να απομακρύνουν τους κινδύνους της ναυσιπλοΐας. Εξάλλου, η ρότα ανάμεσα στο Βόρειο Αιγαίο και τον Ελλήσποντο προκαλούσε τον φόβο ήδη στους αρχαίους ναυτιλλόμενους εξαιτίας των μελτεμιών, του δυνατού αέρα που ακόμη σήμερα προκαλεί βίαιες θύελλες που φτάνουν τα 10 μποφόρ. Ανάμεσα στις δυνάμεις των σειρήνων, πράγματι, ήταν και το ότι μπορούσαν να ηρεμήσουν τους ανέμους ή και να τους σταματήσουν εντελώς. Προς ενίσχυση της σύνδεσης ανάμεσα στην αφιέρωση πήλινων σειρήνων και τη ζωή στη θάλασσα είναι η παρουσία, στο ιερό της Μεγάλης Θεάς, άλλων αναθημάτων που μπορούν να συσχετιστούν με τη ναυσιπλοΐα και με την αλιεία όπως καμάκια, αγκίστρια, βολίδες βυθομέτρησης και δακτύλιοι ανάκτησης της άγκυρας. 

Μια εικονογραφική παράδοση των Σειρήνων πιστοποιείται και σε άλλα κέντρα του βόρειου Αιγαίου και της Μικράς Ασίας, αλλά στη Λήμνο φαίνεται να έχει γνωρίσει, εκτός από μια ιδιαίτερα αξιόλογη παρουσία, μια ιδιότυπη επεξεργασία, ικανή να συνδέσει τη θάλασσα με τη μουσική διαμέσου της μορφής της Μεγάλης Θεάς. 

Dott. Germano SARCONE 

Scuola Normale Superiore, Pisa

Πηγή: https://www.scuoladiatene.it/

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Η νομισματοκοπία της Λήμνου



Η νομισματοκοπία της Λήμνου


Η κοπή και η εικονογράφηση των λημνιακών νομισμάτων δεν μένουν, βέβαια, ανεπηρέαστες από τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού. Η λεηλασία του από τον Φίλιππο Β΄(354-352 π.Χ.) θέτει τέλος στην αθηναϊκή κυριαρχία που είχε εγκατασταθεί το 479 π.Χ. Ώσπου ο Σεπτίμιος Σεβήρος (192-211 μ.Χ.) να της παραχωρήσει την ανεξαρτησία της, η Λήμνος είχε περάσει από τα χέρια των επιγόνων του Αλεξάνδρου, των Ρωμαίων και, για άλλη μια φορά, των Αθηναίων.
Οι πρώιμες κοπές της Μύρινας και της Ηφαιστίας χρονολογούνται πριν από το 348 π.Χ. Η κεφαλή Αθηνάς στον εμπροσθότυπο και κουκουβάγια με σύμβολα στην πίσω όψη, εμφανίζονται σε νομίσματα και των δύο πόλεων. Στη Μύρινα διακρίνονται τρεις ομάδες ανάλογα με την απόδοση των θεμάτων. Στην Ηφαιστία, εκτός από τον «αθηναϊκό» τύπο νομίσματος, μια δεύτερη ομάδα, πιστή στην τοπική παράδοση, αντικαθιστά την κουκουβάγια με κριάρι. Τα ελληνιστικά νομίσματα της Ηφαιστίας έχουν καθαρά θρησκευτική-λατρευτική θεματική. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις τοπικές θεότητες, τον Ήφαιστο και τους Καβείρους. Από το 166 π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ., το νομισματοκοπείο της Μύρινας είναι ανενεργό ενώ η Ηφαιστία εκδίδει νομίσματα με τον Ήφαιστο. Η πόλη προχωρεί σε ψευδοαυτόνομες κοπές, με την επώνυμη, πυργοστεφή κεφαλή της θεάς Λήμνου στον εμπροσθότυπο και, στην πίσω όψη, το όνομα της πόλης πλάι σε αναμμένη δάδα, θέμα που αναφέρεται σε ετήσιο τελετουργικό εορτασμό στο νησί.
Άλλα εικονογραφικά θέματα είναι η κεφαλή του Διονύσου και τα σύμβολα της λατρείας του, σταφύλι ή κέρας της αφθονίας, η ακτινωτή κεφαλή του Απόλλωνα ως θεού Ήλιου, οι εξάκτινοι αστέρες και οι πίλοι, σύμβολα των Διοσκούρων.

Περιοδικό "Αρχαιολογία"

Διαβάστε  επίσης 

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΑΚΑΡΟΝΕΣ








Παρασκευάσματα που δεν τα χωρούσε ανθρώπου νους. Ανάμεσά τους και οι μακαρόνες. Σαν αποτέλεσμα ανέχειας η προσπάθεια αυτάρκειας, θεωρούνταν επιβεβλημένα.
Οι προγιαγιιάδες , οι γιαγάδες και οι μητέρες μας,όταν δεν υπήρχε φαγητό έβγαζαν απ τα "κατώγεια" τους λίγο αλεύρι απ το αλεσμένο στάρι τους και σε λίγο έβλεπες θαύματα.Ζυμαρικά ένα σωρό(μακαρόνες, βαλάνες, αυτούδια και τόσα άλλα σχήματα και γεύσεις),(φλομάρια, τραχανά,πνιγούρι,τηγανόπητες,λουκουμάδες, μαρμαρίτες).
Σαν πρώτοι παρασκευαστές ζυμαρικών καθιέρωσαν γεύσεις ξεχωριστές ,που θα μπορούσαν να είχαν δικαιώματα πατέντας και ευρεσιτεχνείας και που πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν άν μπορούσαν. Να λοιπόν μια ευκαιρία για τους ντόπιους να τις θυμηθούν και για τους ξένους να τις γνωρίσουν.
Η παράδοση, πέρα απ το συναισθηματισμό, και η αυτάρκεια ίσως έβγαζαν πολλούς απ τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα που μας οδήγησε το βάθεμα της κρίσης.
Λίγες αγκαρυωνίτισσες αυτό προσπαθούν να αναδείξουν εδώ και λίγα χρόνια. Να μας θυμίσουν την παράδοση και να ξανααναδείξουν την παραγωγή των ντόπιων προϊόντων σαν την πιο σίγουρη διαφυγή απ το βάθεμα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της πατρίδας μας.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΑΠΟΛΙΘΩΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ


Το Απολιθωμένο Δάσος
 της Λήμνου - Ένα Δάσος Διεθνούς Εμβέλειας Ηλικίας 20 εκ. ετών 


Το απολιθωμένο δάσος (βλέπε πιο κάτω το χάρτη) δημιουργήθηκε εξαιτίας ευνοϊκών συνθηκών απολίθωσης του δάσους που υπήρχε στην περιοχή πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. 

Η δημιουργία του πετρωμένου δάσους συνδέεται άμεσα με την ηφαιστειακή δράση της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου κατά τη διάρκεια κυρίως του Μειοκαίνου. Εκέινη τη εποχή υπήρχε μια γενικευμένη ηφαιστειακή δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή του ΒΑ Αιγαίου και τη Μικρά Ασία εξαιτίας της παρουσίας του τότε ηφαιστειακού τόξου του Ελλαδικού χώρου.

Έτσι σε περίοδο έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας εκσφενδονίζονταν από τον κρατήρα του ηφαιστείου λάβες, πυροκλαστικά υλικά, ηφαιστειακή στάχτη, η οποία κάλυψε την πλούσια υποτροπική βλάστηση της περιοχής.

Ταυτόχρονα με την ηφαιστειακή δράση δημιουργήθηκαν θερμά διαλύματα πλούσια σε διαλυμένο διοξείδιο του πυριτίου και έτσι άρχισε μια έντονη υδροθερμική κυκλοφορία. Τα τελευταία εισέδυσαν και διαπότισαν τα ηφαιστειακά πετρώματα, στα οποία ήδη βρίσκονταν οι κορμοί των δένδρων και έτσι άρχισε η διαδικασία της απολίθωσης, δηλαδή η αντικατάσταση μόριο προς μόριο, της οργανικής φυτικής ύλης από ανόργανα υλικά του περιβάλλοντος. Η μεγαλύτερη εμφάνιση των φυτικών λειψάνων και κορμών της Λήμνου παρατηρείται μέσα στους πυροκλαστικούς σχηματισμούς της ενότητας Ρωμανού, Βάρους, Κότσινα και Πορτιανού. 

Χάρτης Απολιθωμένου Δάσους Λήμνου (οι κορμοί συμβολίζουν τα σημεία στα οποία βρέθηκαν απολιθώματα)





















Κατά την απολίθωση, η οποία στην περίπτωση του δάσους του Δήμου Μούδρου είναι τέλεια, διατηρούνται σε άριστη κατάσταση τα εξωτερικά μορφολογικά γνωρίσματα των κορμών των δέντρων, π.χ. οι αυξητικοί δακτύλιοι, αποτυπώματα φλοιού κ.λ.π. καθώς επίσης και η εσωτερική δομή του απολιθωμένου ξύλου, από τη μικροσκοπική μελέτη της οποίας προσδιορίζεται το γένος ή το είδος του απολιθωμένου δένδρου. 

Παλαιοβοτανικά Ευρήματα

Νεώτερες έρευνες του Πανεπιστημίου Αθηνών αποκάλυψαν νέα ευρήματα σε πολλές νέες θέσεις, με τη μορφή ιστάμενων κορμών, τμημάτων απολιθωμένων ξύλων, ριζικών κόμβων φοινίκων, Γυμνόσπερμων, Αγγειόσπερμων δένδρων καθώς επίσης και εκμαγεία απολιθωμένων φύλλων, καρπών και σπερμάτων υποτροπικών φυτών.

Μέχρι πρότινος, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, εθεωρείτο ότι το απολιθωμένο Δάσος της Λήμνου αποτελούσε την προς τα δυτικά και βόρεια προέκταση του απολιθωμένου δάσους της Λέσβου. Και πράγματι αυτό ισχύει για την παλαιοχλωρίδα του Κατωτέρου Μειοκαίνου, η οποία έχει διατηρηθεί μέσα στα ηφαιστειοϊζιματογενή πετρώματα της περιοχής. 

Τα πλούσια αυτά ευρήματα "μιλούν" για δάσος που είχε αναπτυχθεί σε συνθήκες υποτροπικού κλίματος πριν από 25 με 20 εκατομμύρια χρόνια.

Οι πρώτες εκτιμήσεις γύρω από την ηλικία του αρχαιότερου αυτού απολιθωματοφόρου κοιτάσματος είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση στο όριο Ηωκαίνου-Ολιγικαίνου, δηλαδή πριν από 34 με 30 εκατομμύρια χρόνια.

Η παρουσία μαζί με τα παλαιοβοτανικά ευρήματα κι ενός μαλακίου που χαρακτηρίζει υφάλμυρο περιβάλλον απόθεσης δείχνει ότι η εν λόγω παλαιοχλωρίδα έχει αποτεθεί σε έναν παλαιοκόλπο της τότε εποχής και περιλαμβάνει είδη από Φοίνικες, Κωνοφόρα, Δαφνίδες και Φηγιίδες.

Επίσκεψη στο Απολιθωμένο Δάσος Δήμου Μούδρου

Σήμερα ο επισκέπτης της Λήμνου δεν έχει πολλές εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να επισκεφθεί το Δάσος και να ενημερωθεί γι' αυτό, παρότι η επιστημονική μελέτη της ευρύτερης περιοχής του απολιθωμένου δάσους Μούδρου Λήμνου βρίσκεται σε προχωρημένο επίπεδο.

Μια από τις καλύτερες επιλογές σήμερα είναι η επίσκεψη στο Δημαρχείο του Μούδρου όπου παρουσιάζονται εντυπωσιακά ευρήματα από τις νέες ανασκαφές της ομάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών από την ευρύτερη περιοχή του Μούδρου.

Η Σημασία του Απολιθωμένου Δάσους Μούδρου Λήμνου

Το απολιθωμένο δάσος θεωρείται από ειδικούς και ξένους ερευνητές ανεπανάληπτο γεωλογικό μνημείο και συγκεντρώνει σπάνια επιστημονικά δεδομένα.



Πηγή: Ιστότοπος Πρώην Δημαρχείου Μούδρου 
(Την επιστημονική επιμέλεια των κειμένων που αντλήθηκαν από τον ιστότοπο την έχει κάνει ο  Καθηγητής Ευάγγελος Βελιτζέλος)
(Υπεύθυνος για τα κείμενα και τους προσδιορισμούς που αντλήθηκαν από τον ιστότοπο είναι ο Δημήτριος Βελιτζέλος, Γεωλόγος, Παλαιοβοτανικός - με μικρή επεξεργασία από το συντάκτη του παρόντος ιστότοπου)

Ιστοσελίδα Γυμνασίου Μούδρου: https://sites.google.com/site/physikesepistemesgymnasio/limnepist/limne/sa

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Το πλοίο της γραμμής


 
Του κ. Γιώργου Χρήστου 
 
 
ΠΡΙΝ ΠΕΝΗΝΤΑ τόσα χρόνια δυο καράβια εναλλάξ έκαναν το δρομολόγιο ΛΗΜΝΟΥ-ΠΕΙΡΑΙΑ .Το ΚΑΝΑΡΗΣ και το ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ,κατασκευής 1952 .Πανομοιότυπα, δοσμένα λέει από τους Ιταλούς για πολεμική αποζημίωση. Ήταν ψηλά σκαριά χωρίς καρίνα, μικρά σε σχέση με τα σημερινά και με λίγη θάλασσα, κουνούσαν πολύ άσχημα για τους ….αμάθητους. Πολύ σπάνια σε ταξίδι να μην πάθαινες στομαχικές διαταραχές.
ΤΑ ΘΥΜΑΜΑΙ σαν να είναι τώρα, καθισμένος με άλλα παιδιά στο λόφο του ΤΣΑΣ, να μπαίνει μεγαλόπρεπα στο λιμάνι και με αναμμένα όλα του τα φώτα, περίπου γύρω στις 8 και να φουντέρνει ανοιχτά ,χωρίς να πλευρίζει. Αμέσως να σπεύδουν οι μαούνες για να βγάλουν επιβάτες και προιόντα.
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ στο λιμάνι γινόταν αληθινό πανηγύρι. Κόσμος που πήγαινε για βόλτα και για να χαζέψει τον ερχομό του πλοίου, αλλά και ταξιδιώτες ,που άλλοι έρχονταν και άλλοι έφευγαν. Ήταν σαν να λέμε το σπουδαίο γεγονός της μικρής τότε πόλης του ΚΑΣΤΡΟΥ, γι αυτό και όλο αυτό το σκηνικό.
ΔΕΚΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ το πλοίο σφύριζε τρεις φορές και αναχωρούσε για τη Μυτιλήνη που έφτανε στις 7 το πρωί. Η πεντάωρη καθυστέρηση είχε σα σκοπό να διεκπεραιώνουν οι Λημνιοί υποθέσεις τους αφού ήταν η έδρα του Νομού .Όλοι τρέχαμε για πατσά ή γάλα ύστερα από τις στομαχικές διαταραχές που είχαμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
ΣΤΙΣ 2 ΜΕΤΑ το μεσημέρι αναχωρούσε για ΧΙΟ-ΠΕΙΡΑΙΑ ,όπου και έφτανε στις 7 το πρωί της ………..ΤΡΙΤΗΣ. Λογαριάστε πόσες ώρες ταξίδι και πόση ταλαιπωρία στους ανθρώπους η πλειονότητα των οποίων ταξίδευαν στο …κατάστρωμα..

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Τα γεννητούρια της Δέσποινας

                                                           (φωτογραφία αρχείου)


Του κ. Γιώργου Χρήστου
 

ΣΥΝΤΑΞΙΔΕΥΑΜΕ με το Βασίλη τον Κλαπανίκο, με καταγωγή από το Κοντοπούλι, για την αγαπημένη μας ΛΗΜΝΟ και τον άκουγα με μεγάλο ενδιαφέρον να μου λέει παλιές ιστορίες από την Καλλιόπη και το Κοντοπούλι. Πρόσωπα, Κατοχή, σκληρή δουλειά, γεννήσεις, υλικό πολύτιμο για μένα. 
ΗΤΑΝ, μου διηγήθηκε, Ο ΜΗΝΑΣ του θερισμού, πάνω στη μεγάλη φούρια της γεωργικής εργασίας, πρίν από 65 τόσα χρόνια. Η Δέσποινα γυναίκα του Σάββα ήταν έγκυος κι ετοιμόγεννη. Κατέβηκε καθώς μου είπε η αδερφή μου στο γιατρό στο Κάστρο και ο γιατρός τη συμβούλεψε να κάτσει δυο τρεις μέρες στο Κάστρο γιατί δεν ήταν η ώρα της ακόμη για να γεννήσει. -Θα πάγου γιατρέ να ζμώσου κι θα ξαναέρτου. 
Ο Βασίλης μπαίνει στην ιστορία γιατί πήγε να φέρει στη μάντρα τη μαμμή από το χωριό, για να ξεγεννήσει τη Δέσποινα, γιατί την έπιασαν οι πόνοι. Όταν λοιπόν έφερε τη μαμή, βλέπει την Δέσποινα με μια τεράστια κοιλιά να σηκώνει την πινακωτή(ΠΝΑΚΟΥΤΗ) με καμιά δεκαριά ψωμιά και να τα πηγαίνει στο φούρνο. Αφου τέλειωσε η αποστολή του έφυγε για δικιά του δουλειά και γύρισε ύστερα από πέντε ώρες περίπου. Ο ΣΑΒΒΑΣ ,ο άντρας της ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ, είχε πάρει να θερίσει 20 στρέμματα κριθαριού ,στην περιοχή του Αγίου Νικολάου Κοντοπουλίου όπου και έμενε προσωρινά με την οικογένειά του, τα οποία θέριζε μόνος του για να γλυτώσει τα εργατικά. 
Ύστερα από πέντε ώρες γυρνώντας ο Βασίλης παρατηρεί από μακριά να είναι στο θερισμό μαζί με το Σάββα και μια γυναίκα. Σκέφτηκε πως θα ήταν η κόρη του η μεγάλη αλλά και πάλι αυτή ήταν μικρό κορίτσι και δεν θα μπορούσε να θερίσει. Από περιέργεια πηγαίνει κοντά για να δει ποια ήταν η γυναίκα που συντρόφευει το Σάββα στο θέρος. ΑΝΟΙΞΕ ΔΙΑΠΛΑΤΑ τα μάτια του από έκπληξη σαν είδε τη… Δέσποινα να θερίζει πέντε ώρες μετά τη γέννα της, γέννας ΤΡΙΩΝ παρακαλώ παιδιών.
Δυστυχώς το ένα, αγοράκι, πέθανε και έμεινα τα δυο κοριτσάκια. ΓΙΑΤΙ η δικιά μου έκπληξη θαρρείτε πως ήταν μικρότερη, τη στιγμή που δεν ήξερα πως γέννησε τρία παιδιά αφού εγώ γνώριζα μόνο τη Φωτεινή και τη Δήμητρα σαν δίδυμες. ΑΥΤΕΣ ΗΤΑΝ οι παλιές Λημνιές γυναίκες, οι οποίες είχαν ισότιμο με τον άνδρα λόγο μέσα στο σπίτι, αλλά στις γεωργικές εργασίες δεν έκαναν πίσω, έστω κι αν περνούσαν τη επώδυνη διαδικασία της γέννας.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

«Δεν έχω παράπονο απ’ τον κόσμο. Έχω όμως παράπονα απ’ τη ζωή που δεν έζησα»

«Ο ΔΗΜΗΤΡΟΣ» 

Του Γ. Φίκαρη
Τον γνώρισα μικρό παιδί τη δεκαετία του 50 τσοπάνη και παραγυιό. Με γένια και μαλλιά ακούρευτα και αχτένιστα,γεμάτα άχυρα. Απλησίαστο, απόμακρο και καχύποπτο. Σχεδόν άγριο. Τα βράδυα δεν έμπαινε στο καφενείο του χωριού. Έβαζε τα δύο του χέρια στο τζάμι και προσπαθούσε να δει τι γινόταν στο εσωτερικό του καφενείου. Μετά,δειλά- δειλά ημέρεψε κι έμπαινε διστακτικά μέσα. Σε λίγο καιρό άρχισε να μιλά με τους χωριανούς. Άργότερα, έγινε ο μόνιμος και ο τελευταίος πελάτης του καφενείου, γιατί μετα τόν περίμενε το αφιλόξενο περιβάλλον της μάντρας. Κρεβάτι του το παχνί των ζώων, μια μεγάλη αστιβιά και ένα παλιοκούρελο για κατοσέντονο. Τούς χειμώνες, με τις τότε μακροχρόνιες παγωνιές, έμπαινε στην αχυρώνα και σκεπάζονταν με άχυρο μέχρι το λαιμό για να μήν κρυώνει.Εκεί πέρασε πολλά απ τα παιδικά, τα εφηβικά και τα υπόλοιπα μέχρι τα τριάντα του.
Στη Λήμνο, τη μεταπολεμική περίοδο η ανέχεια των οικογενειών που δεν είχαν η είχαν μικρό κλήρο, τις ανάγκαζε να στέλλουν τα παιδιά τους σε άλλλες με πρόβατα και χωράφια. Αυτούς που έλεγαν κεχαγιάδες. Αυτό ήταν το «στηχισμα». Ένα είδος προφορικής συμφωνίας, που γινόταν στο πανιγύρι της Παναγίας του 15Αύγουστου. Δέν υπήρχε χρηματικό ποσό στη συμφωνία. Μιά φορεσιά, ένα ζευγάρι λαστιχένια παπούτσια,τρία «πινάκια» στάρι η κριθάρι, άντε και κανένα αρνί.Δουλειά; όσο άντεχες.Τσοπάνος για τα πρόβατα, βολευτής των άλλων ζώων, και όλες τις άλλες κτηνοτροφικές και αγροτικές δουλειές του δυνάστη κεχαγιά.
Στό καφενείο τον αντάμωνα σχεδόν καθε μέρα.Καμιά φορά πίναμε και από ένα ρακί και λέγαμε ιστορίες του κυνηγιού, που ήταν χόμπυ και των δύο. Εκείνη τη μέρα φάνηκε ότι ήθελε να πει και να ξεσπάσει. Έτσι δεν άργησε να αρχίσει :

«Από οκτώ χρόνων «στηχιμένος», μου είπε. Τσοπανέρι σε ξένα χέρια, μακρυά απ το κόσμο. Έφτασα σχεδόν στα 30 μου για να αρχίσω να σκέπτομαι ότι πρέπει να καλλιτερέψω τη ζωή μου και να πάω κοντά στον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι τότε δεν είχα κοιμηθεί σε κρεβάτι. Ούτε καν σε στρώμα. Το καλοκαίρι λίγες αστιβιές σε ένα παχνί και ένα παλιοκούρελο για κατοσέντονο να μην με αγκυλώνουν. Και το χειμώνα, χωνόμουν στο άχυρο του αχυρώνα μέχρι το λαιμό για να μην κρυώνω.
Νερό δεν είχε στη μάντρα. Από ένα ξεροπήγαδο έβγαζα λίγο νερό και το έριχνα στα μούτρα μου για να ξενυστάξω. Έπλενα το σώμα μου μόνο το καλοκαίρι, που κουρεύαμε τα πρόβατα και τα πηγαίναμε στη θάλασσα και τα κάναμε μπάνιο. Το φαί σκέτο ξερό ψωμί. Σπάνια λίγο τυρί γεμάτο απίδαλους ή καμιά παστή σαρδέλα. Ούτε τσορβά , ούτε ζεστό.Μαγειρεμένο ποτέ. Καμιά φορά στα κρυφά έβγαζα λίγο γάλα από καμιά προβατίνα και βουτούσα το ξερό ψωμί. Κάποτε με προλάβε ο κεχαγιάς και κλώτσησε το τσίγκινο πιάτο με το γάλα και το ψωμί. Σημάδι ότι δεν έπρεπε να το ξανακάνω.
Στα τριάντα μου, καταφρονεμένος και ξεχασμένος ακόμα και από τους γονείς και τ’ αδέλφια μου, αποφάσισα να πλησιάσω τους ανθρώπους και να γίνω σαν κι αυτούς. Άρχισα να πηγαίνω σε κάθε είδους μεροκάματο και δυνατός και φιλότιμος όπως ήμουν, έγινα περιζήτητος και άρχισα να μαζεύω χρήματα. Πρώτο μεροκάματο 12 δρχ. Βρήκα μια κοπελούδα και παντρεύτηκα . Έκαμα κι ένα παιδί. Δεν ήταν τυχερό. Τήν έχασα πολύ γρήγορα κι έφυγα για τη χώρα όπου κατάφερα να μπώ στο σωματείο των λιμενεργατών-εκφορτωτών και το μεροκάματο έγινε τότε καλό.Τις μέρες που δεν είχε καράβι δούλευα στα φορτηγά, στα εμπορικά και όπου αλλού εύρισκα. Κοιμόμουν σ’ ένα καλύβι, μέχρι που βρήκα μια δεύτερη σύντροφό και μετακόμισα στο σπίτι. Δόξα το θεό, και λεφτά έκαμα και το παιδί βοήθησα και το τακτοποίησα και ζώ καλά γεράματα. Έχω όμως παράπονα απ’ τη ζωή για τα νειάτα που δεν έζησα, δεν χάρηκα κι εγώ σαν όλους τους άλλους.
«Ας είναι καλά ο κόσμος. Δεν έχω παράπονο από κανένα», έκλεισε την κουβέντα του εκεί. Σηκώθηκε , με χαιρέτησε και έφυγε αμίλητος.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Το “βάπτισμα” στη θάλασσα

Του Γ. Φίκαρη

Πρωτομπαρκάρησα στα 16 μου με ένα σκυλοπνίχτη 35 τόνων. Τότε για να μπαρκάρεις σε καράβι ήθελε προϋπηρεσία. Βάλθηκα να την κάνω πριν την ώρα της. Ένα μήνα το καλοκαίρι, Λήμνο-Θεσσαλονίκη. Δυο άτομα πλήρωμα κι ο καπετάνιος, o ιδιοκτήτης. Οι δυο μας το φορτώναμε και το ξεφορτώναμε. M’ έβαλε στο τιμόνι μόλις βγήκαμε απ το λιμάνι κι εκείνος πήγε και κοιμήθηκε. Ήτανε, λέει, ξενύχτης. Σε λίγο άρχισα να ξερνώ. Έβγαινα απ το σπηράγιο για να μην το λερώσω και ξαναγύριζα στο τιμόνι. Έφυγα στο δεύτερo ταξίδι, φτάνοντας στη Μύρινα. Άφησα και το φυλλάδιο. Χάρισμά σου του είπα, εγώ εγκαταλείπω... 

Τον άλλο χρόνο ,τελειώνοντας το τότε γυμνάσιο, άρχισαν πάλι σκέψεις για το σήμερα και το αύριο. Καμιά άλλη προοπτική κι ελπίδα. Ετοιμάστηκα να φύγω αλλά με πρόλαβε το ξεμπαρκάρισμα δυο μεγαλύτερων της οικογένειας. Πιάσανε να με συμβουλέψουν.

-«Τέσσερα χρόνια τζόβενο και ναύτης είναι πολλά. Να γίνεις μαρκόνης, μου είπαν. Έτσι μπορεί να μείνεις εσύ πίσω άμα μετανιώσεις. Να σ’ έχουνε και οι γέροι μας συντροφιά.»

Τελειώνοντας τη σχολή μπαρκάρισα σχεδόν αμέσως. Πήρα το καράβι απ’ τη Μασσαλία. Μου φόρτωσαν και μια ντουζίνα Πακιστανούς και Ινδούς πλήρωμα. Ταλαιπωρήθηκα να τους κουμαντάρω. 

Φτάνοντας στα σύνορα Ιταλίας- Γαλλίας τους έβγαλαν απ’ το τραίνο οι Γάλλοι. Μύριζαν αυτοί, τα γιατροσόφια και τα κιλίμια τους. Βγήκα κι εγώ μαζί τους και περίμενα το επόμενο τρένο. Ξαναμπήκαμε. Στο δρόμο πάλι τα ίδια με τους ελεγκτές. Αργά το βράδυ φτάσαμε επιτέλους στη Μασσαλία, όπου έλειπαν τρείς. Μας περίμενε ο γραμματικός στο σταθμό. 

-«Καλωσόρισες και εύγε. Καλά τα κατάφερες», μου είπε.

Πρώτη ψυχρολουσία. Είκοσι χρονών, πρωτόβγαλτος. Να μπερδεύεται η γλώσσα και τα πόδια σου. Να πνίγεσαι και να σου ζητούνε να τα βάλεις με τους Γάλλους ρατσιστές. Που καταλάβαιναν εγγλέζικα αλλά σου απαντούσαν γαλλικά που εσύ δεν ήξερες.

Στο καράβι η ατμόσφαιρα άλλαξε. Όλα φάνταζαν ωραία, πολυτελή και πεντακάθαρα. Το μεσημέρι καθήσαμε στην τραπεζαρία με τους Γάλλους, που θα μας παρέδιναν το βαπόρι. Τα ορντέβρ με το ricard, o σερβιτόρος να φέρνει ένα- ένα κομμάτια του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου πιάτου, ο μετρ να παρακολουθεί κι εμείς να τα χάφτουμε με μια μπουκιά και να περιμένουμε το επόμενο. Ιεροτελεστία το φαΐ για τους Γάλλους. Δυο-τρεις ώρες υπόθεση. Η άγνοιά μας για το Σαβουάρ βιβρ, σε όλο της το μεγαλείο. Χαμογελούσαν όμως οι Γάλλοι καλοκάγαθα. Τούς άρεσε η άγνοια και η αγνότητά μας. Σε δυο-τρεις μέρες ήρθε και η ώρα της αναχώρησης. Τα προβλήματα της επαγγελματικής ανεπάρκειας, της έλλειψης πείρας και της προσαρμογής στις δύσκολες συνθήκες του ταξιδιού. Κοντά και τα πειράγματα των παλιότερων. Αλίμονο στα «τζόβενα», τα «καμαροτάκια» και τους «καθαριστές», που τους έπιανε η θάλασσα και ζαλίζονταν. Κάποιους τους στέλνανε στη μηχανή να φέρουν το γατζόκλειδο για να κουρντίσουν το χρονόμετρο της γέφυρας κι άλλους να φέρουν νερό να ποτίσουν τα λουλούδια της μηχανής. Και να είσαι στο βόρειο Ατλαντικό- τόξο η πορεία- στό Bay, στα μουσώνια του Ινδικού και τους κυκλώνες του Ειρηνικού. Ευτυχώς η Μεσόγειο μας έκανε τη χάρη. 

Τελικά όλα τα γιατρεύει ο χρόνος. Φτάνεις γρήγορα στη γεροσύνη και τη γνώση κι αλλάζει η εικόνα σου, η δύναμη και η θέλησή σου. Μόνο η θύμηση αυτών που άφησες πίσω σου μένει να σου τριβελίζει το μυαλό. Κυρίως της μάνας που ξέρεις ότι σε έχει πάντα στη σκέψη της και ανάβει για σένα το καντήλι κάθε μέρα. Και να μην ήθελα μου τη θύμιζε το ρόδι που μου έδωσε φεύγοντας η γιαγιά μου και το είχα κρεμασμένο στο μπουλμέ.

Πέρασα καλά χρόνια στη θητεία μου στα καράβια. Καλύτερα απ όλα τα επόμενα . Παρόλο που αυτά ήταν δεμένα με τα προηγούμενα. Είδα πολλά και έμαθα πολλά, που με βοήθησαν να ξεχωρίζω τα πράγματα, να γίνω πιο ανθρώπινος και πιο άξιος. Τελικά , καλύτερα να σπάσεις μια πλώρη ή να κάψεις έναν ασύρματο, απ’ το να συνεργείς να μεγαλώνει το απόστημα που λέγεται ζωή στη στεριά, για το κέρδος, τη δόξα και το τίποτα . Να γίνεσαι τροχός που πατά ό,τι έχεις μπροστά σου, φτάνει να είσαι δυνατός, ασυλλόγιστος η αχαλίνωτος. Να σπέρνεις την καταστροφή και να μη σε νοιάζει, αρκεί να γίνεται το δικό σου η των πατρώνων σου, καλή ώρα......

Γι αυτό ο στοχαστής κωδικοποιεί, συγκρίνει, ανεβάζει και εξυμνεί τους ανθρώπους της θάλασσας:

«Η θάλασσα έχει τη δικαιοσύνη της. Καλύτερη από τη στεριά.Δεν έχει λόγια· έκαμες — έλαβες· σου το εκρέμασε ώστε να ειπής απίδι· σου το ετίναξε απάνω σαν αστραπόβολο!…»

«Οι ναύτες είναι ακροβάτες... Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια.» Ν. Καββαδίας

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΝΖΑ,ΓΑΛΑΤΣΙ ΚΑΙ ΒΡΑΪΛΑ ΠΡΙΝ 48 ΧΡΟΝΙΑ




«Η μάνα του δεν έκλαψε. Σε κείνο το νησί οι γυναίκες δεν κλαίνε ποτέ μπροστά στους άλλους. Όταν κλαις, είναι σαν να γδύνεσαι, και χειρότερο. Κλαίνε τη νύχτα, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού και τσιρίζει η καντηλήθρα. Όταν σε πιάνει στο λαιμό η μυρωδιά του καμένου λαδιού». Ν. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


ΚΩΣΤΑΝΖΑ,ΓΑΛΑΤΣΙ ΚΑΙ ΒΡΑΙΛΑ ΠΡΙΝ 48 ΧΡΟΝΙΑ

Του Γ. Φίκαρη

Η αγάπη για τη θάλασσα, το ξεπέταγμα των «νεοσσών» με το δυνάμωμα των φτερούγων τους και το όνειρο, δυνάμωνε τη θέλησή μας. Να γυρίσουμε τον κόσμο, να «πλουτίσουμε».. Η θάλασσα ποτέ δεν σε απογοητεύει. Σε κάνει σοφότερο και δυνατό. Θέλει, όμως, απαντήσεις στα ερωτήματα. Γρήγορες και συνετές λύσεις. Αλλιώς είσαι χαμένος.


Δεκέμβρης του '67. Στην Κωστάνζα, το Γαλάτσι και τη Βραΐλα. Τα χαντζάρια του πάγου της κουπαστής, ίδια με τις «χατζάρες» της ατμόσφαιρας του έξω κόσμου. Ο στρατιώτης σκοπός της σκάλας με το αυτόματο στον ώμο να περιεργάζεται το πάσο σου για να σ αφήσει να διαβείς τη σκάλα. Δίπλα και το φυλάκιο του τελωνείου. Καταγράφει και τα ρούχα, το ρολόι και ό,τι άλλο νομίζει για την επιστροφή. Λένε πως τέτοιοι σκοποί σκότωσαν όλους τους ναυαγούς της ράδας. Του βαποριού του Ευγενίδη, όταν μετά απο πυρκαγιά , έπεσαν στο νερό και κατάφεραν να φτάσουν την ακτή της Κωστάνζας. Χωρίς καμιά διαδικασία και επί τόπου.Μετά, τρέχα γύρευε...


Το βλοσυρό μουντό τοπίο βελτιώνουν τα παλιά ελληνικά αρχοντικά , τα μέγαρα,οι επιγραφές,τα ονόματα των δρόμων και οι εκκλησίες.Αριστουργήματα μιας άλλης εποχής. Της εποχής με τα «κτήματα στη Βλαχιά και σπίτια στο Βουκουρέστι’. Εγκαταλειμμένα απ' το καθεστώς που νοιαζόταν μόνο για την εξουσία και τον εαυτό του.Παραφωνία, οι σκόρπιοι Έλληνες του εμφυλίου. Άλλοι φιλικοί , άλλοι εχθρικοί κι άλλοι αδιάφοροι. Σε κάποιες Ελληνίδες κυρίες απ το εσωτερικό φάνηκε περίεργο που η Ελλάδα είχε τόσο όμορφα και περιποιημένα παλικάρια. Άλλοι , μόνιμοι τρόφιμοι του λιμανιού και της πλατείας , ψάρευαν Έλληνες ναυτικούς, κάνοντας τον «πιλότο» στα απόκρυφα της πόλης τους.Εδώ όλα έχουν την τιμή τους, που είναι εξευτελιστική και άμεσης ανάγκης. Λένε ότι τα ελληνικά πληρώματα συντηρούν ένα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Κωστάνζας.


Θυμάμαι το παγερό βλέμμα της παλιάς παρτιζάνας,όταν επισκέφτηκα το σπίτι της. Και τη σιωπή της. Αναρωτήθηκα για τα αισθήματα της. Τι να έλεγε, άραγε, από μέσα της; Πάντως δεν φάνηκε να χάρηκε.


Θυμάμαι,όμως και την αντίδραση της Μαρίκας της νοσοκόμας, παλιάς Ελληνίδας του εμφυλίου, όταν είδε ότι με ταλαιπωρούσαν με τις εξετάσεις στο νοσοκομείο. Με πήρε απ το χέρι και με πήγε κατ ευθείαν στο χειρούργο, όπου με συνοπτική διαδικασία με εγχείρησε για να αποφύγει την περιτονίτιδα. Θυμάμαι την Μαίρη την φοιτήτρια-γιατρό που μου έστειλε ο χειρούργος να μου κάνη παρέα μετά την εγχείρηση. Θυμάμαι το μικρό κατάξερο λεμόνι που μου έφερε για να πιω μια λεμονάδα να ξεδιψάσω.


Παραμονή Χριστουγέννων, δώδεκα και κάτι. Ο στρατιώτης-σκοπός, βλέποντάς με, ξεκρέμασε το αυτόματο. Μόλις κατόρθωσα να τον αποφύγω και να χωθώ στον αλουέ του βαποριού, όπου με έχασε. Δεν ξαναείδα τη στεριά. Πέρασα όλες τις χριστουγεννιάτικες μέρες παρέα με τις βάρδιες και το βατσιμάνη στο καράβι. Παρ' όλες τις προσπάθειες του καπετάνιου.Και η Μαίρη, η κόρη της αμίλητης παρτιζάνας, η Μαρίκα και οι άλλοι με περίμεναν. Δεν τους ξαναείδα και δεν έμαθα κάτι γι αυτούς ποτέ. Κι έλεγαν ότι με την πρώτη ευκαιρία θα μετακόμιζαν στην Ελλάδα....

Το δάσος βαλανιδιών της Λήμνου




Αν όχι όλοι, τότε οι περισσότεροι Λημνιοί έχουμε δεχτεί «πειράγματα» για τη βλάστηση του νησιού μας.

-«Δε φυτρώνει δέντρο στη Λήμνο βρε»
-«Το ψηλότερο δέντρο σας είναι ο μαϊντανός» κτλ κτλ
Όποιος νομίζει ότι η Λήμνος δεν έχει δασικά δέντρα, δασικές εκτάσεις ή δάσος τότε… δεν έχει εξερευνήσει αρκετά το νησί. Δεν πρόκειται βέβαια για τη ζούγκλα του Αμαζονίου, ούτε για δάση που καλύπτουν τα γειτονικά νησιά μας αλλά για μικρές διάσπαρτες συστάδες/ εκτάσεις διάφορων δασικών ειδών. Αν λοιπόν παρατηρήσεις καλύτερα θα δεις: αγριελιές, πουρνάρια, φτελιές, τραχεία πεύκη και κουκουναριά, κυπαρίσσια, λεύκες, βαλανιδιές ακόμη και καστανιές.
Η μεγαλύτερη, όμως, έκταση δάσους βρίσκεται αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στα χωριά Ρεπανίδι και Κοντοπούλι, στα βορειοανατολικά του νησιού και πρόκειται για ένα είδος αιωνόβιο, την ήμερη βαλανιδιά (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis). Προσέχοντας κάπως πιο προσεκτικά τα διάσπαρτα δέντρα μπορείς να συμπεράνεις ότι η σημερινή μορφή του είναι υπολειμματική αφού εξαπλώνονταν μέχρι την Ηφαιστία και τον Άγιο Αλέξανδρο.
Η δρυς ήταν ιερό δέντρο των αρχαίων ελλήνων, αφιερωμένο στον Δία, συμβόλιζε τη δύναμη και την αιωνιότητα. Μέσα στα δάση της βαλανιδιάς ζούσαν η δρυάδες ή αμαδρυάδες νύμφες χαίρονταν με τη βροχή, έκλαιγαν όταν το δέντρο δεν είχε φύλλα και πέθαιναν όταν αυτό κόβονταν. Γι’ αυτό το λόγο η υλοτομία του απαγορεύονταν με ειδικούς νόμους, με τιμωρία ακόμη και τον θάνατο.
Η πρώτη αναφορά που υπάρχει γι αυτές είναι από τον περιηγητή Belon το 1546, το δάσος προφανώς προϋπήρχε.
Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών και Μεσαιωνικών χρόνων η ξυλεία που χρησιμοποιούνταν για τη ναυπηγική και άλλες χρήσεις προέρχονταν από το Άγιο Όρος ή τη Σαμοθράκη. Η χρήση των βαλανιδιών ήταν σπάνια ακόμη και στα νεότερα χρόνια.
Σήμερα, η εντατικοποίηση της γεωργίας αλλά και άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στον περιορισμό της επιφάνειας εξάπλωσης του είδους. Το δάσος είναι κατά πλειοψηφία ιδιωτικό (αφού βρίσκεται μέσα σε καλλιεργούμενες γαίες). Η υλοτομία του δεν απαγορεύεται, αρκεί να πάρει κανείς την απαραίτητη αδειοδότηση από τη δασική υπηρεσία. Βέβαια, δεν λείπουν περιστατικά παράνομης υλοτόμησης. Ένα κομμάτι της έκτασης βρίσκεται εντός περιοχής Natura αλλά η προστασία του είναι θεωρητική και έντυπη.
Αν το σκεφτεί κανείς αυτά τα δέντρα είναι από μόνα τους ιστορία, γνώρισαν Τούρκους, Βυζαντινούς, Σαρακηνούς, Γενοβέζους, γνώρισαν εμάς και μεις με τη σειρά μας πρέπει να τα γνωρίσουμε στις επόμενες γενιές.
Φώτω Φ. Κόνσολα
Δασοπόνος & ΔΦΠ


Πηγή: ifaistia.gr

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο ανάπηρος ναυτικός



 
  

      Του Γ. Φίκαρη

     "Ναυτικό ατύχημα, Θαλάσσιο ατύχημα χαρακτηρίζεται γενικά κάθε θαλάσσιο συμβάν που έχει ως συνέπεια την απώλεια ή βλάβη πλοίου ή φορτίου του”, λέει το ναυτικό δίκαιο.
“Το ναυτικό επάγγελμα είναι ωραίο και επικερδές”, έλεγε η διαφήμηση στα χρόνια μας , για να προσεκύσει νέους στο επάγγελμα του ναυτικού. Ιστορίες σαν αυτή που ακολουθεί σε κάνουν να θυμάσαι και να αγανακτείς. Πως ψάρευαν, πώς νομοθετούσαν και πόσο υπολόγιζαν τη ζωή του ανθρώπου στη θάλασσα.Του “καραβοτσακισμένου” ναυτικού.
     Ο Φώτης είχε χρόνια στα καράβια. Κάποια στιγμή, με κακό χειρισμό του βιντσιέρη, η κακιά ώρα, η σκουριασμένη μπουκαπόρτα του έκοψε το πόδι απ' το γόνατο. Από τότε, τη σύνταξη των 600 ευρώ, συμπλήρωνε η δουλειά του στα χωράφια και του πλανόδιου πωλητή της παραγωγής του. Ευνόητο είναι να χρειάζεται συχνή αλλαγή το τεχνητό του μέλος του. Σήμερα για πρώτη φορά το ΝΑΤ δεν καλύπτει τα έξοδα της αντικατάστασης. Χρήματα δεν έχει. Βρίσκεται σε αδιέξοδο και απελπισία.
    Αυτό σκεπτόταν καθισμένος στο καφενείο του λιμανιού της Μύρινας, όταν είδε κάποιον να τον κοιτά επίμονα. Σε λίγο κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Ήταν ο καπετάνιος του καραβιού. Τού καραβιού που συνέβη το ατύχημα. Μια τυχαία συνάντηση. Είπαν πολλά, τα είπαν όλα. Φεύγοντας, ο καπετάνιος ξεχώρισε κάποια λεφτά και του τα έδωσε. Αυτά μου περισσεύουν, του είπε. Είμαι με την οικογένειά μου εδώ για διακοπές και χρειάζομαι κάποια χρήματα. Αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας και χώρισαν.
    Έμεινε στη θέση του αρκετή ώρα. Θυμήθηκε και έκλαψε τα δύο του αδέρφια, που χάθηκαν μπαρκαρισμένα σε χωριστά βαπόρια λίγο πριν το ατύχημά του. Ο ένας σκοτωμένος κατάμπαρα κι ο άλλος πνιγμένος δίπλα στο βαπόρι και μέσα στο λιμάνι.Το κράτος και η μεγάλη ελληνική ναυτιλία, άφησαν τις χήρες και τα ορφανά χωρίς αποζημιώσεις.Πενιχρές συντάξεις του άλλοτε κραταιού ταμείου, του ΝΑΤ, που έγινε το φτωχότερο γιατί το καταλήστευσαν και απομύζησαν την περιουσία του άστοχες και χαριστικές πράξεις των κυβερνήσεων και η αντικατάσταση των Ελλήνων ναυτικών με κάθε είδους λατσιόνας ξένων “κούληδων”.
    Πέρασε πολλή ώρα με τη μοναξιά του, σκούπισε τα δάκρυά του και ήλθε στο τραπέζι μου. Με ξέσπασμα απελπισίας μου τα εξιστόρησε.
Σκέφτηκα ότι τέτοιου είδους ιστορίες, γράφει μόνο η ζωή του ξεχασμένου απ όλους Έλληνα ναυτικού. Ιστορίες που τελειώνουν πάντα με την αναλγησία της ελληνικής πολιτείας και των εκπροσώπων της. Μιά πολιτείας που αντιδρά ακαριαία, όταν δεν πρόκειται για λαμόγια, κομπιναδόρους μεγαλοσχήμονες , αλλά για το επίδομα ανάπηρου για αντικατάσταση μέλους ,που χάθηκε σε ώρα υπηρεσίας και υπέργηρου κουλουρά, πού του επέβαλε πρόστιμο 5.000 ευρώ γιατί δεν είχε άδεια.
    Από κοντά και η μεγάλη ελληνική ναυτιλία που επιμένει ότι νοιάζεται για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. Ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους η τα μέλη τους,για να γίνη εκείνη μεγάλη, καύχημα του εαυτού της και των κυβερνώντων.Εμφανίζεται όταν χρειάζεται πρόσθετη απαλλακτική φορολογία και άλλα χαριστικά μέτρα και χάνεται, όπως καλή ώρα.Και επιμένουν να διατυμπανίζουν για το ναυτιλιακό συνάλλαγμα , χωρίς να δικαιολογούν το πως και το γιατί εξακολουθεί να υπάρχει, χωρίς Έλληνες ναυτικούς.
    Γνώριζα την ιστορία της οικογένειας. Θυμήθηκα τα αγκομαχητά του πληγωμένου σχεδόν παράλυτου πατέρα, όταν περνούσα έξω απ το σπίτι τους. Και τη μάννα , που πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στον κόσμο της απελπισίας, του παράλογου και της παραφροσύνης.
    Αγακτεί κανείς,όταν σκέφτεται αυτούς που νομοθέτησαν, αλλά και τους άλλους που τα ανέχονται και τα εφαρμόζουν και δέν έχουν τίποτα να πούν στο Φώτη και τούς άλλους όμοιοπαθείς του, συνεχίζοντας να διαλαλούν στα κανάλια πόσο ωραία ήταν επί των ημερών τους πού τα σχεδίασαν και οι άλλοι δεν κάνουν τίποτα για τα ανατρέψουν ,αλλά ασχολούνται με το κόμμα και τα προσωπικά τους.Αυτή είναι η χτεσινή και σημερινή Ελλάδα. Δυστυχώς.-

“ Στὴν πλώρη αὐτὴ κατάστρεψα τὸν ἤρεμον ἑαυτό μου
καὶ σκότωσα τὴν τρυφερὴ παιδιάτικη ψυχή.
Ὅμως ποτὲ δὲ μ᾿ ἄφησε τὸ ἐπίμονο ὄνειρό μου
καὶ πάντα ἡ θάλασσα πολλά μου λέει, ὅταν ἀχεί.”

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Το μονοπάτι του βουνού που έγινε δρόμος

Ένα συνεργείο με τα εργαλεία και την καλή του διάθεση, παρ΄ όλη την κούραση και τις δυσκολίες




     Του Γ. Φίκαρη

    Ήταν το έτος 1962 που αποφασίστηκε να γίνει δρόμος πλάτους 4-5 μέτρων το μονοπάτι πoυ ένωνε τον Άγιο Δημήτρη με τις Αγκαρυώνες και το Πεσπέραγο. Το έδαφος τραχύ και πετρώδες και μοναδικά εργαλεία κατασκευής ο κασμάς, το φτυάρι, το λοστάρι και η βαριοπούλα στα χέρια των ανδρών και γυναικών, αλλά και των μικρότερων του χωριού. Στην αρχή με προσωπκή εργασία (αγγαρεία την έλεγαν) και μετά με μεροκάματο 16 δρχ. για όλους. Παράλληλα με το ισοπέδωμα του δρομου , ανοίγονταν και τα χαντάκια του δρόμου βάθους περίπου ένα μέτρο.

   Μικροί και μεγάλοι ολοι στη δουλειά για το μεροκάματο. Εξαίρεση δεν αποτελούσαμε κι εμείς, οι πιτσιρικάδες των 14-15 χρονών. Τώρα, βέβαια, μέ τι δύναμη και τι ψυχή να ανεβοκατεβάζεις τον κασμά, να σπρώχνεις το φτυάρι, και να χτυπάς τις σφήνες με τη βαρειά και το λοστό, αυτό ειναι άλλη ιστορία Ο επιστάτης σκληρός και αμείλικτος, καθισμένος σε μια πέτρα στα ψηλά, έδινε την εντύπωση δεσμοφύλακα κρατουμένων. Σε επανέφερε στο σκύψιμο και τη δουλειά, μόλις τολμούσες να σηκώσεις κεφάλι. Δουλειά, κούραση αλλά και συνεχής διακωμώδηση της κατάστασης. Πλάκες, μικροτσακωμοί και πειράγματα.

   Έτσι τέλειωσε η κατασκευή του δρόμου, η μικρή κίνηση των ελάχιστων οχημάτων, κάρων και φορτωμένων ζώων γινόταν ευκολότερα και μια μικρή πρόοδος συντελέστηκε. Διευκολύνθηκε η μεταφορά της παραγωγής και έγινε πραγματικότητα το μικρό όραμα αυτών που τον οραματίστηκαν και τον έφτιαξαν.

   Από τότε έγιναν πολλές προσπάθειες να βελτιωθεί ο δρόμος. Το καλοκαίρι τον έφτιαχναν και το χειμώνα ξαναχαλούσε. Μετά από πολλά χρόνια εδέησε ο Κύριος, παρακάμφθηκαν οι αντιρρήσεις ντόπιων και ξένων “παραγόντων” και σήμερα είναι ένας καταπληκτικός δρόμος με άσφαλτο μέσω του οποίου αποφεύγεις απόσταση εννιά χιλιομέτρων απ’ την απόσταση των τριών χιλιομέτρων αυτού του δρόμου για τα χωριά της Λήμνου, Καλιθέα, Κούταλη,Πεδινό, Αγκαρυώνες, Πορτιανου και Τσιμάνδρια.
  
     Έτσι ξεκίνησε η ανάπτυξη της Λήμνου. Όπως τα πηγάδια που ανοίχτηκαν και φτιάχτηκε μια μικρή υποδομή για την αύξηση της παραγωγής και την ανάπτυξη της Λήμνου. Έτσι έδωσε ο Θεός και η Λήμνος να αποκτήσει αυτάρκεια σε όλα σχεδόν τα προιόντα που παρήγαγε και να θεωρείται ο σιτοβολόνας και η Αργεντινή της Ελλάδας στα σιτηρά και τα κτηνοτροφικά προιόντα. Τον κασμά, το φτυάρι, τη βαρειά και το λοστό- τα μόνα μέσα για ολα τα έργα που σήμερα θεωρούνται μεγάλα- τα έκαναν παιγνίδι γιατί τα χέρια και η θέληση των τότε ανθρώπων ήταν γερά και ευλογημένα.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Ο απελευθερωτής της Λήμνου Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης



Κείμενο του Αντιναυάρχου ε.α. ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΛΟΥΜΠΗ ΠΝ από το αρχείο του ΓΕΕΘΑ

Η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του θα ήταν πρόκληση και μόνο από το γεγονός πως υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας για έξι περίπου χρόνια και διετέλεσε δύο φορές Αντιβασιλέας, μέσα στην πιο ταραγμένη δεκαετία της ιστορίας της Ελλάδας, από το 1919 έως το 1929.
Η επιλογή αυτή αποτέλεσε την αναγνώριση του κύρους και του κοινού σεβασμού προς το πρόσωπο του μεγαλύτερου Ναυάρχου της Ελλάδας, μετά τη συγκρότησή της ως κράτους το 1828. Παράλληλα αποδεικνύει την εμπιστοσύνη που ενέπνεε η σωφροσύνη και ο πατριωτισμός του, που τον ανύψωσαν πάνω από τις πολιτικές σκοπιμότητες, τις έριδες, τους διχασμούς και τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα της εποχής.
Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου εκτός από τα κληρονομικά του χαρακτηριστικά διαμορφώνεται και από το περιβάλλον στο οποίο γεννιέται και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνει και αντιλαμβάνεται τα πρώτα του ερεθίσματα από τον κόσμο.
Ο Κουντουριώτης γεννήθηκε το 1855 στην Ύδρα, μόλις 30 χρόνια μετά την κορύφωση της ελληνικής επανάστασης. Στην Ύδρα, τότε, ζούσαν ακόμη πολλοί ναυτικοί του ’21 και το λιμάνι της έσφυζε από ιστιοφόρα, πολλά από τα οποία ανήκαν στους θρυλικούς ναυμάχους της επανάστασης και είχαν
κυβερνηθεί απ’ αυτούς. 
Ο πατέρας του Θεόδωρος, ήταν γιος του Γεωργίου Κουντουριώτη που είχε διατελέσει Πρόεδρος του Εκτελεστικού για μεγάλο χρονικό διάστημα τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1820, όταν ο ελληνισμός πάλευε για τη λευτεριά του. Εκεί, στο αρχοντικό του παππού του, που δεσπόζει ψηλά στη
δυτική πλευρά της Ύδρας ταυτίστηκε με το υδραίικο περιβάλλον κι έγινε η προσωποποίηση της παράδοσης των ηρωικών χρόνων, συνεχιστής των μπουρλοτιέρηδων, κληρονομώντας όλες τις αρετές και τις αδυναμίες της μεγάλης εκείνης γενιάς που συνδύαζε τα ασυμβίβαστα. Τη φρόνηση, με τη γενναιότητα που άγγιζε τα όρια του παράλογου, το μυαλό με την καρδιά.
Η καταγωγή και η οικογενειακή παράδοση τον οδήγησαν αναπόφευκτα στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού. Το 1873 κατατάσσεται στο Ναυτικό Σχολείο, πρόδρομο της μετέπειτα Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, το 1877 αποφοιτά και τον επόμενο χρόνο ονομάζεται Σημαιοφόρος.
Τον Μάιο του 1886 παίρνει το πρώτο του βάπτισμα πυρός. Όντας Υποπλοίαρχος και έχοντας υπό τις διαταγές του τις κανονιοφόρους Α και Β, εισπλέει κατόπιν διαταγής στον Αμβρακικό, για να κάμει αισθητή την παρουσία του ελληνικού Ναυτικού σ’ αυτή την κλειστή σαν λίμνη θάλασσα, τα παράλια της οποίας μοιράζονταν Ελλάδα και Τουρκία. Κατά τον είσπλου βάλλεται συγχρόνως από τα πυροβολεία του φρουρίου της Πρέβεζας, από τουρκικά στρατεύματα που ήταν εκεί στρατοπεδευμένα και από μια τουρκική φρεγάτα που ναυλοχούσε στην περιοχή. Ανταποδίδει τα πυρά. Μετά το πέρας της στρατιωτικής οπερετικής περιπέτειας, που αποκλήθηκε και ειρηνοπόλεμος και που στοίχισε πολύ στη χώρα σε κόστος και διεθνές κύρος, διατάσσεται να επαναπλεύσει στο Ναύσταθμο. 
Ένα χρόνο αργότερα, το 1887, η κυβέρνηση παρήγγειλε τα τρία θωρηκτά: Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Το 1890 νυμφεύθηκε την Αγγελική Πετρακοκκίνου, κόρη του πλουσίου Χιώτη, η οποία όμως δεν έζησε να τον δει στις μέρες της δόξας του αργότερα. Πέθανε πολύ νωρίς, το 1903, σε ηλικία μόλις 38 ετών και ετάφη στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Κουντουριώτη στην Ύδρα. Ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να την θυμάται και κάθε φορά αναφερόταν σ’ αυτήν με συγκίνηση και νοσταλγία. Όπως διηγείτο ο Παντελής Χορν, εκλεκτός συγγραφέας και φίλος της οικογένειας Κουντουριώτη, που υπηρετούσε στον Αβέρωφ κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως Μάχιμος Υποπλοίαρχος. Ο Κουντουριώτης απέκτησε τρία παιδιά: Τη Λουκία, τη Δέσποινα και τον Θεόδωρο, ο οποίος γεννήθηκε το 1897 και σταδιοδρόμησε μετέπειτα ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Πολύ αργότερα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ελένη Γερ. Κούππα με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Τον Ιανουάριο του 1897 ως Πλωτάρχης, Κυβερνήτης του ατμομυοδρόμωνα Αλφειός, διατάσσεται να μεταβεί μαζί με άλλα πλοία στην Κρήτη προς υποστήριξη του χριστιανικού πληθυσμού του νησιού, μαζί με το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Για την περίοδο εκείνη αναφέρεται, ότι υπέβαλε πρόταση στο Υπουργείο να εισδύσει με μερικά πλοία της επιλογής του στα Δαρδανέλια και να επιτεθεί στον τουρκικό στόλο. Τέτοια άδεια δεν του δόθηκε και οι επικριτές του βρήκαν την ευκαιρία να τον ψέξουν για «παραφροσύνη». Αντίθετα οι φίλοι του βρήκαν την πρόταση «αξιοθαύμαστα τολμηρή». Σ’ αυτήν πάντως, είναι εμφανή τα κατάλοιπα της κληρονομιάς από τους θρυλικούς μπουρλοτιέρηδες του τόπου καταγωγής του. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου μετά την έναρξη του ελληνο-τουρκικού πολέμου συμμετέχει, ως κυβερνήτης πάντα του Αλφειού, στις επιχειρήσεις της Μοίρας του Αιγαίου στα παράλια της τουρκοκρατούμενης Πιερίας. Μαζί με τα τορπιλοβόλα 14 και 16 ενεργεί καταδρομική επιχείρηση με ναυτικό αποβατικό άγημα στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς και πυρπολεί αποθήκες εφοδίων του οθωμανικού στρατού. Κατά την επιχείρηση φονεύεται ο Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου 16, Ανθυποπλοίαρχος Εμμανουήλ Αντωνιάδης ο οποίος γίνεται έτσι, ο πρώτος νεκρός απόφοιτος της νεοσύστατης Σχολής Ναυτικών Δοκίμων που λειτουργεί από το 1884. Στους νεκρούς προστίθενται επίσης δύο ναύτες και ένας πολίτης κάτοικος της περιοχής. Από την καταδρομική αυτή ενέργεια στις 12 Απριλίου 1897 έχουν διασωθεί έξι τουρκικές σημαίες που πάρθηκαν σαν λάφυρο και βρίσκονται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος.


Το επιτελείο του ευδρόμου Ναύαρχος Μιαούλης επί του καταστρώματος του πλοίου. Βοστώνη, 5-18.10.1900. Στη μέση διακρίνεται ο Κυβερνήτης, Αντιπλοίαρχος Π. Κουντουριώτης. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας  υπάρχουν οι υπογραφές των εικονιζομένων.
(Φωτογραφία αγνώστου. Φωτογραφικό αρχείο Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος)

Το 1900, Αντιπλοίαρχος πλέον Κυβερνήτης του ευδρόμου Ναύαρχος Μιαούλης, προτείνει στο Υπουργείο Ναυτικών και εγκρίνεται, να εκτελέσει το εκπαιδευτικό ταξίδι των Ναυτικών Δοκίμων με το πλοίο του στην Αμερική. Το ταξίδι πραγματοποιείται από 3 Ιουλίου έως 22 Νοεμβρίου. Για τον χρόνο που πραγματοποιείται και τον τύπο του πλοίου αποτελεί επικίνδυνη περιπέτεια και η μεταφορά των Ναυτικών Δοκίμων συνιστά ανάληψη υψίστης ευθύνης. Ο Κουντουριώτης επιδεικνύει σπάνια ναυτικά προσόντα διαπλέοντας τον Ατλαντικό δύο φορές, σχεδόν αποκλειστικά με πανιά, για εξοικονόμηση καυσίμων. Στην Αμερική γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός από την ελληνική ομογένεια της Βοστώνης. 
Το 1908 ως Πλοίαρχος τοποθετείται υπασπιστής του Βασιλέως Γεωργίου Α΄.Γι’ αυτή του την τοποθέτηση εκτιμώνται η σοβαρότητα του χαρακτήρα του, η αφοσίωσή του στους θεσμούς, η σύνεση και η σωφροσύνη που επιδεικνύει σε μια ταραγμένη εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας η ψύχραιμη αποτίμηση της θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός των εθνικών στόχων αποτελεί εναγώνια ζητούμενο στο πολιτικό και το στρατιωτικό περιβάλλον. Το 1910 ως Πλοίαρχος τίθεται επικεφαλής της «Μοίρας Γυμνασίων» του στόλου, θέση στην οποία παραμένει μέχρι το 1912. Τον Σεπτέμβρη του 1912 ο Παύλος Κουντουριώτης έφθασε μπροστά στην ιστορία όταν ακριβώς η πατρίδα τον είχε μεγάλη ανάγκη. Βρέθηκε εκεί κι έγινε ο Σωτήρας της. Αξίζει εδώ να παρατεθεί ένα τηλεγράφημα που απέστειλε ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών στον Ναύαρχο Αρχηγό του τουρκικού στόλου, για να γίνει αντιληπτό ποια ιδέα είχαν οι αντίπαλοι για τον έλληνα Αρχηγό του Στόλου.

«Επί του Αβέρωφ θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός αρχηγός του ελληνικού στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός, με πείρα, με θάρρος, με πατριωτισμό και πλείστες άλλες ναυτικές αρετές. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών. 
Ο Υπουργός των Ναυτικών Μαχμούτ Μουκτάρ.»

 Γενική κλήση πληρώματος του Θωρακισμένου Καταδρομικού Αβέρωφ στην πρύμνη. Διακρίνονται μεταξύ άλλων ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ο Κυβερνήτης, Αντιπλοίαρχος Σ. Δούσμανης και ο
ιερέας του Στόλου, αρχιμανδρίτης Δ. Δάφνος.
(Φωτογραφία Α. Γαζιάδη.Φωτογραφικό αρχείο Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος)

Οι Βαλκανικοί είναι ίσως οι ενδοξότεροι πόλεμοι τους οποίους έχει διεξαγάγει το ελληνικό κράτος από της απελευθερώσεώς του και ο Παύλος Κουντουριώτης αναδείχθηκε αναμφίβολα στο ψηλότερο ναυτικό σύμβολο της νεώτερης Ελλάδας. Οι γεωπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν τις τρεις σλαβικές χριστιανικές χώρες των Βαλκανίων να συμπήξουν συμμαχία εναντίον της κυριάρχου Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχουν εκτεθεί σε άλλα άρθρα και παρεμβάσεις της παρούσας έκδοσης. Ο μόνος στρατηγικός παράγοντας που έλειπε από τους συμμάχους και για τον οποίον έγινε δεκτή η Ελλάδα στη συμμαχία ήταν το Ελληνικό Ναυτικό. Ήταν η μόνη συμμαχική δύναμη που μπορούσε να αποκόψει τις οθωμανικές στρατηγικές εφεδρείες και να τις ακινητοποιήσει στα λιμάνια της Μικράς Ασίας. Εάν οι περίπου 250.000 Οθωμανοί έφεδροι κατόρθωναν να διαπεραιωθούν στη Μακεδονία και να αντιπαρατεθούν στα μέτωπα των μαχών είναι πολύ πιθανόν ότι θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη του πολέμου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα υποτυπώδη έως ανύπαρκτα οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της εποχής δεν επέτρεπαν την έγκαιρη μετακίνηση μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και ρεύματος εφοδίων δια ξηράς. Έτσι λοιπόν οι Σλάβοι της Βαλκανικής υποχρεώθηκαν να κάνουν δεκτή την Ελλάδα στη συμμαχία τους παρά τις αντικρουόμενες επιδιώξεις που είχε καθένας για τα εδάφη της Μακεδονίας που θα απελευθερώνονταν από την οθωμανική αυτοκρατορία. Η αποστολή της επίτευξης απόλυτης κυριαρχίας στο Αιγαίο αναλαμβανόταν με δισταγμό από το Πολεμικό Ναυτικό, λόγω της αριθμητικής υπεροχής του Τουρκικού Ναυτικού. Υπεροχής που επιβεβαιωνόταν με κάθε επιτελική σύγκριση δυνάμεων και παρά την πρόσφατη ένταξη στον ελληνικό στόλο του νεότευκτου σύγχρονου και ισχυρού, θωρακισμένου καταδρομικού Αβέρωφ.
Σε πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1912 υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και στο οποίο ήταν παρόντες όλοι οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Ναυτικού και αξιωματούχοι της κυβέρνησης, καθώς και ο έχων αναλάβει πρόσφατα τα καθήκοντα του Αρχηγού του Στόλου, Πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης, έγινε ανασκόπηση των δυνατοτήτων των ναυτικών μονάδων και παρατέθηκαν τα στοιχεία της σύγκρισης των δύο στόλων. Εκτοπίσματα, ταχύτητες, αριθμός και διαμέτρημα πυροβόλων, πάχη θωρακίσεων, πληρώματα, τα πάντα τέθηκαν κάτω από λεπτομερειακή εξέταση και διατυπώθηκαν γνώμες και απόψεις που συνέτειναν στο ό,τι ο στόλος, λογικά, απαιτούσε ενίσχυση εν όψει της δύσκολης αποστολής του. Ο πρωθυπουργός επηρεασμένος από την παράθεση των δυσμενών στοιχείων δυσφορούσε. Όταν κλήθηκε ο Κουντουριώτης να σχολιάσει τη ροή και τα συμπεράσματα της συζήτησης, εξέφρασε την εδραιωμένη πεποίθησή του ότι ο ελληνικός στόλος θα έβγαινε νικητής σε απ’ ευθείας αντιπαράθεση με τον τουρκικό, διότι τα στελέχη του θα αγωνίζονταν με αυταπάρνηση και υψηλό ηθικό.
O Πρωθυπουργός ανακουφίστηκε από την παρέμβαση του Αρχηγού και ένιωσε ελεύθερος να προχωρήσει στα σχέδιά του. Για την επίδραση που είχε στον Πρωθυπουργό η στάση του Κουντουριώτη εκείνη την ημέρα, είναι χαρακτηριστική η επιστολή που του έστειλε ο Ελ. Βενιζέλος 21 χρόνια μετά, την επέτειο της ναυμαχίας της Έλλης, την 3η Δεκεμβρίου 1933. Φίλτατε Ναύαρχε. Είκοσι ένα χρόνια κλείουν σήμερα από την ημέρα, που με την ναυμαχία της Έλλης εξησφάλισες την κατά θάλασσαν υπεροπλίαν της Ελλάδος και των συμμάχων της και έτσι εξησφάλισες την τελικήν νίκην των. Όλοι οι Έλληνες σου είμεθα ευγνώμονες διά την νίκην σου αυτήν. Περισσότερον από όλους εκείνος, που γνωρίζει, ότι χωρίς την αδάμαστον αποφασιστικότητά σου και την πίστην σου εις την κατά θάλασσαν νίκην μας, δεν θα απεφασίζαμεν να λάβωμεν μέρος εις τον πρώτον Βαλκανικόν Πόλεμον, με αποτέλεσμα ότι, αν μεν νικούσαν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, τα όριά μας θα έμεναν οριστικώς εις την Μελούνα ή το πολύ θα έφθαναν στον Αλιάκμονα, αν δε νικούσαν οι Τούρκοι, η ζωή των ομογενών της Αυτοκρατορίας θα απέβαινεν ανυπόφορος. Με εξαίρετον τιμήν και αγάπην Ελευθ. Κ. Βενιζέλος Ο ελληνικός στόλος αποπλέοντας από το Φάληρο στις 5 Οκτωβρίου 1912 έπαιρνε μαζί του βαρύ το φορτίο των ελπίδων του ελληνικού λαού. Αυτό επέβαλε να εξασφαλίσει την απόλυτη θαλάσσια κυριαρχία στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, γεγονός που θα σήμαινε την πλήρη απαγόρευση των θαλασσίων επικοινωνιών για τις οθωμανικές μεταφορές και την απρόσκοπτη και ασυνόδευτη εκτέλεση των μεταφορών μονάδων και εφοδίων που θα απαιτούσε η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των τεσσάρων συμμάχων στρατών.
Τονίζοντας τη συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού με κανένα τρόπο δεν επιχειρείται να υποβαθμισθεί η συμβολή του Στρατού. Κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει τον ηρωισμό που επέδειξαν στα πεδία των μαχών ξηράς τα στρατευμένα παιδιά της Ελλάδας. Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την ορμή που έμοιαζε περισσότερο με ξέσπασμα και που σάρωνε στο διάβα της τις τουρκικές φρουρές και τις εστίες αντιστάσεως. Δεν γεννάται καμία αμφιβολία για την τακτική αξία των μαχών, για τα περάσματα, τους λόφους, τα ποτάμια, τις οχυρές θέσεις. Δεν παραγνωρίζεται καθόλου η ψυχολογική αλλά και η ουσιαστική αξία της απελευθέρωσης χωριών και πόλεων και η δικαιολογημένη προβολή του ενθουσιασμού και της συγκίνησης των τοπικών πληθυσμών που υποδέχονταν τα ελληνικά απελευθερωτικά στρατεύματα. Ο πρωταγωνιστής, όμως, που έκρινε την έκβαση του πολέμου και που ουσιαστικά εκδίωξε του Οθωμανούς από τα Βαλκάνια ύστερα από απόλυτη κυριαρχία τους σ’ αυτά, μεγαλύτερη από πέντε αιώνες, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ήταν ο Ναυτικός αγώνας του Αιγαίου. Ο ελληνικός στόλος ήταν εκείνος που κράτησε αδρανείς και αχρησιμοποίητες τις τουρκικές εφεδρείες στα λιμάνια της Μικράς Ασίας, τόσο απαραίτητες για τους Οθωμανούς στην κρίσιμη περίοδο του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου. Η μεγάλη, η στρατηγική νίκη του πολέμου, κερδήθηκε στη θάλασσα. Ήταν αυτή που εάν χανόταν, μοιραία θα είχε άλλη εξέλιξη η ροή του πολέμου και η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Στο παρόν σημείωμα λόγω περιορισμών διατιθέμενου χώρου θα αναφέρω μόνο σε μορφή τίτλων τις ναυτικές επιχειρήσεις εκείνες που συνέτειναν περισσότερο στην επίτευξη ναυτικής κυριαρχίας και βοήθησαν τις επιχειρήσεις του Στρατού. Ως τέτοιες είναι γνωστές οι συγκρούσεις των δύο στόλων στο ακρωτήριο της Έλλης και νοτιοδυτικά της Λήμνου, στις 3 Δεκεμβρίου 1912 και 5 Ιανουαρίου 1913 αντιστοίχως. Αντίθετα είναι σχετικά άγνωστες οι επιχειρήσεις αποκλεισμού των παραλίων της Ηπείρου και της Αλβανίας και η αποκοπή των ιταλικών και αυστροουγγρικών εμπορικών πλοίων τα οποία συντηρούσαν το ρεύμα ανεφοδιασμού του οθωμανικού στρατού, που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα. Γνωστές είναι επίσης οι επιχειρήσεις απελευθέρωσης όλων των νησιών του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από ναυτικά αποβατικά αγήματα και στις περιπτώσεις της Λέσβου και της Χίου, σε συνδυασμό με στρατιωτικές δυνάμεις. Άξιος μνείας και πολύ σημαντικός ήταν ο αγώνας δρόμου μεταξύ των βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων και του ελληνικού στόλου για την κατάληψη της χερσονήσου του Αγίου Όρους. Η επιχείρηση αυτή που διεξήχθη την 1η Νοεμβρίου από το αντιτορπιλικό Θύελλα κατ’ αρχήν και τα Αβέρωφ, Πάνθηρ και Ιέραξ αργότερα, διέσωσε το Άγιο Όρος από πολλές περιπέτειες που ενδεχομένως θα δημιουργούνταν, αν προλάβαιναν τα σπεύδοντα βουλγαρικά στρατεύματα να το καταλάβουν. Δύο επιχειρήσεις που φανέρωναν το πνεύμα ηρωισμού με το οποίο το ναυτικό πολεμούσε τον προαιώνιο εχθρό ήσαν : – Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η διείσδυση στη Θεσσαλονίκη του τορπιλοβόλου 11 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση, που κατέληξε στον τορπιλισμό και βύθιση του τουρκικού θωρηκτού Φετχί Μπουλέντ. – Στις 9 Νοεμβρίου 1912 η διείσδυση στο Αϊβαλί του τορπιλοβόλου 14 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Περ. Αργυρόπουλο, ο τορπιλισμός και βύθιση τουρκικής κανονιοφόρου που ναυλοχούσε εκεί. Τέλος θα ήθελα να αναφέρω δύο δευτερεύουσες επιχειρήσεις ως προς τα αποτελέσματά τους, οι οποίες όμως καταγράφηκαν ως παγκόσμιες πρωτιές και διατηρούν τη σημασία τους για το Πολεμικό Ναυτικό: – Στις 9 Δεκεμβρίου 1912 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως βολή τορπίλης σε πολεμική επιχείρηση, από το υποβρύχιο Δελφίν σε κατάδυση εναντίον του τουρκικού ευδρόμου Μετζιτιέ. Κυβερνήτης ήταν ο Πλωτάρχης Στέφανος Παπαρρηγόπουλος.
– Στις 24 Ιανουαρίου 1913 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως πτήση υδροπλάνου ναυτικής αεροπορίας επ’ ωφελεία ναυτικής δυνάμεως. Πιλότος ήταν ο Λοχαγός Μιχ. Μουτούσης και παρατηρητής ο Σημαιοφόρος Αριστ. Μωραϊτίνης. Στις επιχειρήσεις του Ναυτικού δέσποζε η προσωπικότητα του Αρχηγού και η προτροπή του για επίδειξη ακραίου επιθετικού πνεύματος στις όποιες συναντήσεις με τον εχθρό. Δεν είναι δύσκολο να προσπαθήσεις να σκιαγραφήσεις την προσωπικότητα του αρχιτέκτονα της νίκης των Βαλκανικών Πολέμων, του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη. Είναι απλό, γιατί κι ο ίδιος ήταν απλός. Λιτός και απέριττος, σχεδόν ασκητικός, έδειχνε βαθιά αποστροφή προς τις επιδείξεις και τις κοσμικές εκδηλώσεις. Διατηρούσε ακλόνητη πίστη στον Θεό και πίστευε πως κάθε ενέργεια πρέπει να ξεκινά πάντοτε από την επίκληση της Θείας βοήθειας. Αντιφατικός στη συμπεριφορά, συνειδητοποιημένος αριστοκράτης ως απόγονος υψηλής γενιάς αρχόντων της Ύδρας, ήξερε να προσεγγίζει και να μιλά καλύτερα απ’ τον καθένα τη γλώσσα του λαού, των αγαθών νησιωτών που συγκροτούσαν τα πληρώματά του, τα οποία διοίκησε στη ζωή του. Μιλούσε αρβανίτικα απ’ ευθείας στην ψυχή των ανδρών του και παρά το γεγονός ό,τι επέβαλε σκληρή πειθαρχία σε όλους, τους υπ’ αυτόν, αξιωματικούς και ναύτες, ήταν αγαπητός, γιατί πρώτος αυτός έδινε το παράδειγμα της προσήλωσης στο καθήκον και της αγάπης, μέχρι θυσίας, προς την πατρίδα. Από τη διεξαγωγή των ναυτικών επιχειρήσεων των Βαλκανικών Πολέμων θα ήθελα να σχολιάσω τρία μόνο σημεία που χαρακτηρίζουν την ιδιοσυγκρασία του Ναυάρχου και περιγράφουν μόνα τους, πολύ εύγλωττα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.
Σημείο 1ο. Η επιλογή του ορμητηρίου του στόλου. Το 1897 ο Στόλος του Αιγαίου ναυλοχούσε στο ορμητήριο των Ωρεών της Μαγνησίας με στόχο να βρίσκεται πλησιέστερα στο θέατρο των επιχειρήσεων που δικαιολογημένα θεωρείτο το κεντρικό βόρειο Αιγαίο. Το 1912 τα επίσημα σχέδια του Επιτελείου προέβλεπαν και πάλι τους Ωρεούς, ενώ μεγάλη συζήτηση γινόταν για τον όρμο της Αγίας Μαρίνας στον νότιο Ευβοϊκό ώστε να συντομευθούν οι οδοί επικοινωνίας με τον Ναύσταθμο. Κανείς δεν περίμενε την αποφασιστική επιλογή του αρχηγού. Θέτοντας πάνω απ’ όλα την εκπλήρωση της αποστολής του, που την έβλεπε αποκλειστικά σε μια αποφασιστική σύγκρουση με τον τουρκικό στόλο, παραβλέποντας το πλήθος των αντιθέτων επιχειρημάτων και παραμερίζοντας τα πολλά μειονεκτήματα που συνεπαγόταν η επιλογή του, πλέει αποφασιστικά, καταλαμβάνει τη Λήμνο και εγκαθίσταται στον ασφαλέστατο από καιρικές συνθήκες όρμο του Μούδρου, πενήντα μόλις μίλια από την έξοδο των στενών των Δαρδανελίων. Με την κίνηση αυτή επιδεικνύει ένα άκρως επιθετικό πνεύμα. Η μεγαλοφυής και ορμητική επιλογή του Ναυάρχου πιθανόν να ενήργησε εκφοβιστικά για τις τουρκικές ναυτικές δυνάμεις οι οποίες βράδυναν αδικαιολόγητα κατά δύο περίπου μήνες να ανταποκριθούν και να επιχειρήσουν την έξοδό τους από την Προποντίδα και τα Δαρδανέλια.
Πολύ αργότερα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 έγινε πολύς λόγος και χύθηκε πολύ μελάνι για τη διεκδίκηση της πατρότητας της ιδέας χρησιμοποιήσεως του Μούδρου ως ορμητηρίου του στόλου. Ο ίδιος ο Κουντουριώτης, ολύμπιος κι απόμακρος, δεν έλαβε ποτέ μέρος σ’ αυτή τη διελκυστίνδα τοποθετήσεων και αντεγκλήσεων. Στη στρατιωτική δεοντολογία είναι γνωστό πως σημασία έχει ποιος αναλαμβάνει την ιστορική ευθύνη μιας αποφάσεως και όχι ποιος την εισηγείται, αν υποθέσουμε πως κάποιος άλλος την εισηγήθηκε.
Σημείο 2ο. Η διεξαγωγή των δύο αποφασιστικών ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου. Ο χειρισμός του ελληνικού στόλου, ουσιαστικά δηλαδή της ναυαρχίδας Αβέρωφ και της Μοίρας των θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά απέδειξε μιαν ακατάσχετη ορμητικότητα και επιθετικό πνεύμα συνοδευόμενο από περιφρόνηση προς τον θάνατο, που σπάνια συναντάται και λίγο απέχει από το να επικρίνεται από τις Επιτελικές Σχολές Πολέμου. Ιδιαίτερα στην πρώτη ναυμαχία, κατά τη φάση της καταδίωξης του τουρκικού στόλου, είναι γεγονός πως ο Αβέρωφ πέρασε μέσα στο βεληνεκές των επάκτιων πυροβολείων και αν δεχόταν ένα σοβαρό πλήγμα ασφαλώς τα πράγματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη. Στη φάση αυτή όταν λόγω υπερθέρμανσης των πυροβόλων του Αβέρωφ ελαττώθηκε η ταχυβολία του, ο Ναύαρχος πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με την ταχύτητα του πλοίου στο ψηλότερο σημείο, τα 22 καζάνια να αποδίδουν τη μεγίστη ισχύ τους, στόχευε την τουρκική ναυαρχίδα και έπλεε «πάση δυνάμει» να την εμβολίσει, να την κόψει στα δύο. Έφθασε μέχρις αποστάσεως 2.600 μέτρων. Οι Τούρκοι έφευγαν και δεν πίστευαν. Χώθηκαν τρομαγμένοι στα στενά απ’ όπου δεν ξαναβγήκαν για ένα μήνα. Μετά από χρόνια ο Ναύαρχος διηγιόταν σε κάποιους φίλους του για εκείνη τη στιγμή:
«Είδα εκείνη την ώρα σαν όραμα πάνω στους δύο κάβους των Στενών τον παππού μου και τον Μιαούλη, να μου κάνουν νόημα και να με καλούν. Και όρμησα πάνω τους».

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης επί του αντιτορπιλικού Σφενδόνη, κατευθύνονται προς τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα ηγηθεί του κινήματος της Εθνικής Άμυνας και θα σχηματίσει προσωρινή κυβέρνηση. Σεπτέμβριος 1916.
(Φωτογραφία αγνώστου. Φωτογραφικό αρχείο Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος)

Σημείο 3ο. Εφαρμογή των αρχών του πολέμου. Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς προς τη 2η του Γενάρη του 1913 (παλαιό ημερολόγιο), μέσα σε πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες θύελλας με καταιγίδες, το θωρακισμένο καταδρομικό Χαμιδιέ διέλαθε απαρατήρητο και ανεντόπιστο κινήθηκε στο Αιγαίο, ως επιδρομικό.
Στις 2 Ιανουαρίου το πρωί ξημερώθηκε έξω απ’ το λιμάνι της Σύρου, όπου βομβάρδισε το εξοπλισμένο εμπορικό «Μακεδονία» το οποίο βρισκόταν εκεί λόγω βλάβης πηδαλίου.
Η επιχείρηση θεωρήθηκε από τον Ναύαρχο σαν μια καλά προσχεδιασμένη παραπλανητική κίνηση εκ μέρους του τουρκικού ναυαρχείου, που απέβλεπε να παρασύρει κάποιο τμήμα του ελληνικού στόλου να αποσπασθεί από τον Μούδρο και να κυνηγήσει το επιδρομικό. Εν προκειμένω μόνο ο Αβέρωφ είχε αυτή τη δυνατότητα λόγω ταχύτητας. Πράγματι η ελληνική κυβέρνηση θορυβήθηκε και συνέστησε στον αρχηγό του στόλου να επιληφθεί αποσπώντας Μοίρα του στόλου υπό τον Αβέρωφ. Ο Κουντουριώτης έχοντας την υποψία ότι επρόκειτο για τουρκικό τέχνασμα και εφαρμόζοντας με σταθερότητα την αρχή του πολέμου «εμμονή στον σκοπό» αρνήθηκε να συμμορφωθεί, πείθοντας την κυβέρνηση να αναστείλει τη διαταγή της. Σε τρεις μέρες, την 5η Ιανουαρίου, ο τουρκικός στόλος εξέπλευσε των Στενών και κινήθηκε προς τον Μούδρο για να συναντήσει τον ελληνικό. Η ναυμαχία της Λήμνου επέφερε το τελειωτικό πλήγμα στον τουρκικό στόλο και κρίθηκε από την ευστοχία των ελληνικών πυρών αυτή τη φορά. Διήρκεσε μόνο 20 λεπτά και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια άτακτη φυγή των τουρκικών πλοίων προς τα Στενά, έχοντας τα θωρηκτά μόλις επιπλέοντα με πυρκαγιές, σημαντικές ζημιές πολλούς νεκρούς και τραυματίες.
Στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο ο στόλος υπό την καθοδήγηση του Κουντουριώτη προσέφερε και πάλι σημαντικές υπηρεσίες στην απελευθέρωση της Θράκης με την απόλυτη κυριαρχία στα παράλιά της. Μετά το ένδοξο πέρας των Βαλκανικών Πολέμων ο Κουντουριώτης προάγεται σε Αντιναύαρχο και γίνεται ο πρώτος που θα καταλάβει αυτό το βαθμό στο Πολεμικό Ναυτικό. Η προαγωγή του εκείνη έγινε: «...δι εξαιρετικάς εν πολέμω υπηρεσίας, παρασχεθείσας υπ’ αυτού τη Πατρίδι, εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του, ως αρχηγού του στόλου του Αιγαίου». 
Το καλοκαίρι του 1915 ο Κουντουριώτης επιβαίνων του Αβέρωφ επισκέφθηκε την Κρήτη η οποία είχε συνενωθεί με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε στα Χανιά είχε τόσο ενθουσιασμό, παλμό και συγκίνηση, που άφησε εποχή. Στη συνέχεια παραμένοντας Ναύαρχος εν ενεργεία, διετέλεσε Υπουργός των Ναυτικών στην κυβέρνηση Στ. Σκουλούδη από τον Οκτώβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916. Κατά την υπουργική του θητεία αποδεικνύεται εξαιρετικά προσεκτικός και σώφρων στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων, σε αντίθεση με την ορμητικότητα που είχε επιδείξει ως αρχηγός στόλου. Διαφώνησε με την κυβέρνηση στην οποία μετείχε στο θέμα της ουδετερότητας και υποστήριξε τη συμμαχία με την Αντάντ.
Θα ήθελα να τονίσω ένα σημείο που σκιαγραφεί καθαρά την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα του Ναυάρχου.
Ο Κουντουριώτης ήταν φιλοβασιλικός, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο κι αντιφατικό. Αγαπούσε τον θεσμό σαν μια εγγύηση της ενότητας και της συνέχειας του κράτους και ο σεβασμός του στον θρόνο ήταν αποτέλεσμα της φλογερής φιλοπατρίας του χωρίς κανένα ίχνος προσωπολατρείας. Είναι γεγονός πως ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς το πρόσωπό του, λόγω της προϋπηρεσίας του Ναυάρχου ως υπασπιστή του πατέρα του, Γεωργίου. Παρά ταύτα όταν ο Ναύαρχος θεώρησε το 1916 ότι το καθήκον προς την πατρίδα τον καλούσε να λάβει θέση στο πλευρό του μεγάλου πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου δεν δίστασε στιγμή και τάχθηκε ολόψυχα, ως μέλος της τριανδρίας της Δημοκρατικής Άμυνας, (Βενιζέλος, Κουντουριώτης, Δαγκλής) στην επαναστατική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Στο σημείο αυτό είναι επιβεβλημένο να παρατεθεί ένα απόσπασμα από επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου που γράφτηκε την 30η Αυγούστου 1916 και στην οποία διαφαίνεται η εκτίμηση που έτρεφε ο Εθνάρχης στο πρόσωπο του Ναυάρχου, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο ελληνικός λαός:

Αθήναι 30 Αυγούστου 1916. 
Φίλτατε Ναύαρχε. Τα πράγματα φθάνουν εις το απροχώρητον. Μετά την παραίτησιν του κ. Ζαΐμη και την συγκρότησιν της νέας κυβερνήσεως και την υπό των Βουλγάρων ουσιαστικήν κατάληψιν της Καβάλλας δεν πρέπει να μας μένη καμμία αμφιβολία. ………………………………………….. Ναύαρχε ! Κάμε τον σταυρόν σου εις το όνομα του Θεού. Σε εξορκίζω προς τούτο. Άλλη οδός σωτηρίας δεν έμεινε δια την Ελλάδα. Δεν έχομεν το δικαίωμα ούτε σεις ούτε εγώ ν’ αφήσωμεν να συμπληρωθή η καταστροφή, χωρίς να επιδιώξωμεν την σωτηρίαν. Εάν, φίλτατε ναύαρχε, αρνηθήτε να κινηθήτε, εν καθήκον μου υπολείπεται. Να καταγγείλω εις το έθνος τον όλεθρον εις τον οποίον σύρεται και να δηλώσω ότι, μη έχων την δύναμιν να αποτρέψω τον όλεθρον, αλλά και μη θέλων να παρίσταμαι σιωπηλός μάρτυς της καταστροφής και της ατιμώσεως, φεύγω οριστικώς από την Ελλάδα. Ναύαρχε ! Εις χείραν πάλιν Κουντουριώτη κρέμεται η σωτηρία του έθνους, εφ’ όσον είνε ακόμη καιρός. Με αισθήματα εξόχου τιμής και αδελφικής αγάπης, 
υμέτερος 
(Υπογραφή) 
Ελευθέριος Βενιζέλος».

Μεγάλες και ιστορικές στιγμές του έθνους, όπως διαγράφονται από την ιδιωτική αλληλογραφία δύο μεγάλων ανδρών, που ζούσαν, αγωνίζονταν και ανέπνεαν για το έθνος και την ελληνική πατρίδα.
Έγινε έτσι συμπαραστάτης του δημιουργού της μεγάλης Ελλάδας καθ’ όλη τη μέχρι το 1920 επική περίοδο των ελληνικών θριάμβων προσφέροντας στο κίνημα της Θεσσαλονίκης την πανελλήνια αποδοχή του. Ούτε προσωπικές συμπάθειες, ούτε οικογενειακές καταβολές, τον εμπόδισαν μπροστά σ’ αυτό που πίστεψε ύψιστο συμφέρον για την πατρίδα.
Στις 14 Ιουνίου 1917 επιστρέφοντας στην Αθήνα μαζί με την κυβέρνηση Βενιζέλου αναλαμβάνει το Υπουργείο των Ναυτικών και αναστυλώνει το ηθικό των ανδρών του κλάδου, που τόσο είχε ταλαιπωρηθεί από τις περιπέτειες των αγγλο – γαλλικών κατασχέσεων και καταλήψεων.
Το 1919 καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας και στις 2 Δεκεμβρίου αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία του Ναυτικού τιμής ένεκεν ως Ναύαρχος, με την ήρεμη γαλήνη του ανδρός που πρόταξε πάντα το καθήκον προς την πατρίδα έναντι όποιας προσωπικής επιδίωξης.
Μετά τον θάνατο του Βασιλέως Αλέξανδρου η γενική εκτίμηση και αποδοχή στο πρόσωπό του τον ανεβάζει στο αξίωμα του Αντιβασιλέα, στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920.
Αποτελεί χαρακτηριστικό της ποιότητας των πολιτικών του αντιπάλων, ότι τον Δεκέμβριο του 1921 επιχειρούν απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την απομάκρυνση του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ η κοινή εμπιστοσύνη και ο σεβασμός τον φέρουν και πάλι για δεύτερη φορά στο αξίωμα του Αντιβασιλέα.
Τον Μάρτιο του 1924 μετά την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας η εθνοσυνέλευση του αναθέτει προσωρινά τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τον Μάρτιο του 1926 με την κήρυξη της δικτατορίας του Πάγκαλου διαμαρτύρεται, παραιτείται, αποχωρεί και πηγαίνει να ιδιωτεύσει στην Ύδρα. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα της επιστολής που του αποστέλλει ο Πάγκαλος την ίδια ημέρα της επιβολής της Δικτατορίας, παρακαλώντας τον να αποσύρει την παραίτησή του:

Πρόεδρος Υπουργικού Συμβουλίου
26 Μαρτίου 1926
Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε ………………………………………..
Κύριε Πρόεδρε θεωρώ καθήκον μου να επικαλεσθώ τον εγνωσμένον πατριωτισμόν σας όπως δεχθήτε να αποσύρετε την παραίτησίν σας την οποίαν άλλωστε δεν εκάμαμε γνωστήν ούτε εδημοσιεύσαμε. Εν ανάγκη μπορείτε να μείνετε 5 – 6 ημέρες ή και οριστικώς εν Ύδρα διότι ελπίζω ότι εντός 2 ή τριών το πολύ μηνών θα ρυθμίσωμεν δι εκλογών την κατάστασιν οπότε πλέον αν δεν θέλετε θα μπορείτε να αποσυρθήτε οριστικώς με την γαλήνην της συνειδήσεως πλήρη ότι επιτελέσατε το καθήκον σας εις τας κρισίμους αυτάς στιγμάς.
(Υπογραφή)
Θεόδωρος Πάγκαλος».


Στις 26 Αυγούστου του 1926 ο Δικτάτορας ανατρέπεται και ο Κουντουριώτης επανέρχεται στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Είναι η εποχή που γίνεται δεύτερη απόπειρα δολοφονίας του έξω από το Δημαρχείο των Αθηνών.
Τον Μάιο του 1929 η εθνοσυνέλευση τον εκλέγει τακτικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα έχουμε ένα ακόμα δείγμα του ιδεαλισμού του Παύλου Κουντουριώτη. Μόλις αντιλαμβάνεται τα πρώτα συμπτώματα προσβολής του από ασθένεια Πάρκινσον παραιτείται την 10η Δεκεμβρίου 1929, επτά μόνο μήνες μετά την εκλογή του.
Στέλνει μήνυμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο μέσω του πρέσβη αδελφού του:
«Παραιτήθηκα γιατί αυτό επέβαλε το εθνικό συμφέρον. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Όταν θα ήρχοντο να μα επισκέπτονται οι ξένοι πρέσβεις θα το αντιλαμβάνοντο. Οι σκέψεις και οι κρίσεις τους θα ήσαν δυσμενείς δια την πατρίδα.».
Αποσύρεται οριστικά από τα κοινά περιοριζόμενος σε απλή ζωή μεταξύ του σπιτιού του στο Παλαιό Φάληρο και της αγαπημένης του Ύδρας.
Στις 22 Αυγούστου 1935 έδυσε ήσυχα και ήρεμα και κατά την επιθυμία του η σορός του μεταφέρθηκε στον πέτρινο τάφο που είχε ο ίδιος ετοιμάσει κάτω από το αρχοντικό του στην Ύδρα, να αγναντεύει το πέλαγος που τόσο αγάπησε και μέσα στο οποίο μεγαλούργησε. Μπρος στον ανοιχτό τάφο τον μεγάλο Ναύαρχο αποχαιρέτησε ο τότε Αρχηγός του Στόλου Ναύαρχος Σακελλαρίου οι τελευταίες λέξεις του οποίου ήταν «...Απέρχεσαι ακόμη του κόσμου τούτου με την βιβλική σου ευσέβειαν και ευλάβειαν προς την πίστιν των πατέρων μας, δικαίως κατακτήσας τον τίτλον του αγίου.».
Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπήρξε μία από τις πλέον ευγενικές φυσιογνωμίες του πανθέου των θαλασσινών ηρώων του ελληνισμού. Έχοντας την ορμητικότητα των ναυμάχων του 1821 ήταν γεννημένος ναύτης, προικισμένος με βαθύ στρατηγικό και τακτικό ένστικτο, πολιτικός, διπλωμάτης, ανθρωπιστής, με διαίσθηση και ενόραση. Αν θα έπρεπε με δυο λόγια να περιγράψουμε τον χαρακτήρα του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη θα αναφέραμε την σεμνότητα και την αγάπη του προς τον Θεό, την πατρίδα και το Ναυτικό. Είχε συνείδηση του ενδόξου παρελθόντος της οικογενείας του και αγωνιούσε να φανεί αντάξιος των προγόνων του. Ποτέ δεν ζήτησε τα αξιώματα που κατέλαβε.
Χαρακτηριστική είναι η πρώτη παράγραφος της διαθήκης του: «Έζησα πιστός εις την Χριστιανικήν θρησκείαν και εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον εκκλησίαν. Ηγάπησα δι’ όλης της ψυχής μου την πατρίδαν μου. Κατά το μέτρον των δυνάμεών μου και τη βοήθεια του Θεού εξετέλεσα το καθήκον μου. Ατενίζω ήρεμος την κρίσιν της ιστορίας.».
Οι Αξιωματικοί του Ναυτικού θυμούνται πάντα με σεβασμό τον μεγάλο Ναύαρχο που σφράγισε με τη δική του αξιοπρεπή και ωφέλιμη παρουσία την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα. Όπως δε συνηθίζαμε εμείς οι παλαιότεροι, όταν τα καράβια του Ναυτικού παρέπλεαν την πόλη της Ύδρας απένεμαν τιμητικό χαιρετισμό με σήμανση «Γενικής Ακινησίας» προς τον πέτρινο σταυρό του λιτού τάφου του Ναυάρχου. Σ’ αυτές τις στιγμές, με το πλήρωμα παρατεταγμένο σε στάση προσοχής, λες και βλέπαμε τον Ναύαρχο αλλοπαρμένο στη γέφυρα του Αβέρωφ, που άφριζε σκίζοντας τα κύματα, μέσα σε λάμψεις κανονιοβολισμών και βροχή οβίδων, να αντικρίζει τους προγόνους του να σκιαγραφούνται στα βουνά και στους κάβους της Μικράς Ασίας και να τον καλούν κοντά τους, προς τον θάνατο και τη δόξα.
Στ’ αυτιά μας ηχούσαν τα ίδια τα λόγια του Ναυάρχου, να υπαγορεύουν το θρυλικό του σήμα, προς τα πλοία του στόλου:
«Με την δύμαμιν του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου, με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους. Κουντουριώτης».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Βάρφης Κ., «Αφιέρωμα για τον Παύλο Κουντουριώτη», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 452, 1988, σ. 33-36. Λισμάνης Δ, «Ευλαβείς ιστορικές μνήμες που παραδειγματίζουν», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 419, 1983, σ. 1-3. Λισμάνης Δ., «65 χρόνια από το θάνατο του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη», Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 525, 2000, σ. 225-230. Παΐζης – Παραδέλης Κ., «Το Πολεμικό Ναυτικό. Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης» Επτά Ημέρες, Καθημερινή, 7/7/1996, σ. 32.