Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Το πλοίο της γραμμής


 
Του κ. Γιώργου Χρήστου 
 
 
ΠΡΙΝ ΠΕΝΗΝΤΑ τόσα χρόνια δυο καράβια εναλλάξ έκαναν το δρομολόγιο ΛΗΜΝΟΥ-ΠΕΙΡΑΙΑ .Το ΚΑΝΑΡΗΣ και το ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ,κατασκευής 1952 .Πανομοιότυπα, δοσμένα λέει από τους Ιταλούς για πολεμική αποζημίωση. Ήταν ψηλά σκαριά χωρίς καρίνα, μικρά σε σχέση με τα σημερινά και με λίγη θάλασσα, κουνούσαν πολύ άσχημα για τους ….αμάθητους. Πολύ σπάνια σε ταξίδι να μην πάθαινες στομαχικές διαταραχές.
ΤΑ ΘΥΜΑΜΑΙ σαν να είναι τώρα, καθισμένος με άλλα παιδιά στο λόφο του ΤΣΑΣ, να μπαίνει μεγαλόπρεπα στο λιμάνι και με αναμμένα όλα του τα φώτα, περίπου γύρω στις 8 και να φουντέρνει ανοιχτά ,χωρίς να πλευρίζει. Αμέσως να σπεύδουν οι μαούνες για να βγάλουν επιβάτες και προιόντα.
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ στο λιμάνι γινόταν αληθινό πανηγύρι. Κόσμος που πήγαινε για βόλτα και για να χαζέψει τον ερχομό του πλοίου, αλλά και ταξιδιώτες ,που άλλοι έρχονταν και άλλοι έφευγαν. Ήταν σαν να λέμε το σπουδαίο γεγονός της μικρής τότε πόλης του ΚΑΣΤΡΟΥ, γι αυτό και όλο αυτό το σκηνικό.
ΔΕΚΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ το πλοίο σφύριζε τρεις φορές και αναχωρούσε για τη Μυτιλήνη που έφτανε στις 7 το πρωί. Η πεντάωρη καθυστέρηση είχε σα σκοπό να διεκπεραιώνουν οι Λημνιοί υποθέσεις τους αφού ήταν η έδρα του Νομού .Όλοι τρέχαμε για πατσά ή γάλα ύστερα από τις στομαχικές διαταραχές που είχαμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
ΣΤΙΣ 2 ΜΕΤΑ το μεσημέρι αναχωρούσε για ΧΙΟ-ΠΕΙΡΑΙΑ ,όπου και έφτανε στις 7 το πρωί της ………..ΤΡΙΤΗΣ. Λογαριάστε πόσες ώρες ταξίδι και πόση ταλαιπωρία στους ανθρώπους η πλειονότητα των οποίων ταξίδευαν στο …κατάστρωμα..

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Τα γεννητούρια της Δέσποινας

                                                           (φωτογραφία αρχείου)


Του κ. Γιώργου Χρήστου
 

ΣΥΝΤΑΞΙΔΕΥΑΜΕ με το Βασίλη τον Κλαπανίκο, με καταγωγή από το Κοντοπούλι, για την αγαπημένη μας ΛΗΜΝΟ και τον άκουγα με μεγάλο ενδιαφέρον να μου λέει παλιές ιστορίες από την Καλλιόπη και το Κοντοπούλι. Πρόσωπα, Κατοχή, σκληρή δουλειά, γεννήσεις, υλικό πολύτιμο για μένα. 
ΗΤΑΝ, μου διηγήθηκε, Ο ΜΗΝΑΣ του θερισμού, πάνω στη μεγάλη φούρια της γεωργικής εργασίας, πρίν από 65 τόσα χρόνια. Η Δέσποινα γυναίκα του Σάββα ήταν έγκυος κι ετοιμόγεννη. Κατέβηκε καθώς μου είπε η αδερφή μου στο γιατρό στο Κάστρο και ο γιατρός τη συμβούλεψε να κάτσει δυο τρεις μέρες στο Κάστρο γιατί δεν ήταν η ώρα της ακόμη για να γεννήσει. -Θα πάγου γιατρέ να ζμώσου κι θα ξαναέρτου. 
Ο Βασίλης μπαίνει στην ιστορία γιατί πήγε να φέρει στη μάντρα τη μαμμή από το χωριό, για να ξεγεννήσει τη Δέσποινα, γιατί την έπιασαν οι πόνοι. Όταν λοιπόν έφερε τη μαμή, βλέπει την Δέσποινα με μια τεράστια κοιλιά να σηκώνει την πινακωτή(ΠΝΑΚΟΥΤΗ) με καμιά δεκαριά ψωμιά και να τα πηγαίνει στο φούρνο. Αφου τέλειωσε η αποστολή του έφυγε για δικιά του δουλειά και γύρισε ύστερα από πέντε ώρες περίπου. Ο ΣΑΒΒΑΣ ,ο άντρας της ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ, είχε πάρει να θερίσει 20 στρέμματα κριθαριού ,στην περιοχή του Αγίου Νικολάου Κοντοπουλίου όπου και έμενε προσωρινά με την οικογένειά του, τα οποία θέριζε μόνος του για να γλυτώσει τα εργατικά. 
Ύστερα από πέντε ώρες γυρνώντας ο Βασίλης παρατηρεί από μακριά να είναι στο θερισμό μαζί με το Σάββα και μια γυναίκα. Σκέφτηκε πως θα ήταν η κόρη του η μεγάλη αλλά και πάλι αυτή ήταν μικρό κορίτσι και δεν θα μπορούσε να θερίσει. Από περιέργεια πηγαίνει κοντά για να δει ποια ήταν η γυναίκα που συντρόφευει το Σάββα στο θέρος. ΑΝΟΙΞΕ ΔΙΑΠΛΑΤΑ τα μάτια του από έκπληξη σαν είδε τη… Δέσποινα να θερίζει πέντε ώρες μετά τη γέννα της, γέννας ΤΡΙΩΝ παρακαλώ παιδιών.
Δυστυχώς το ένα, αγοράκι, πέθανε και έμεινα τα δυο κοριτσάκια. ΓΙΑΤΙ η δικιά μου έκπληξη θαρρείτε πως ήταν μικρότερη, τη στιγμή που δεν ήξερα πως γέννησε τρία παιδιά αφού εγώ γνώριζα μόνο τη Φωτεινή και τη Δήμητρα σαν δίδυμες. ΑΥΤΕΣ ΗΤΑΝ οι παλιές Λημνιές γυναίκες, οι οποίες είχαν ισότιμο με τον άνδρα λόγο μέσα στο σπίτι, αλλά στις γεωργικές εργασίες δεν έκαναν πίσω, έστω κι αν περνούσαν τη επώδυνη διαδικασία της γέννας.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

«Δεν έχω παράπονο απ’ τον κόσμο. Έχω όμως παράπονα απ’ τη ζωή που δεν έζησα»

«Ο ΔΗΜΗΤΡΟΣ» 

Του Γ. Φίκαρη
Τον γνώρισα μικρό παιδί τη δεκαετία του 50 τσοπάνη και παραγυιό. Με γένια και μαλλιά ακούρευτα και αχτένιστα,γεμάτα άχυρα. Απλησίαστο, απόμακρο και καχύποπτο. Σχεδόν άγριο. Τα βράδυα δεν έμπαινε στο καφενείο του χωριού. Έβαζε τα δύο του χέρια στο τζάμι και προσπαθούσε να δει τι γινόταν στο εσωτερικό του καφενείου. Μετά,δειλά- δειλά ημέρεψε κι έμπαινε διστακτικά μέσα. Σε λίγο καιρό άρχισε να μιλά με τους χωριανούς. Άργότερα, έγινε ο μόνιμος και ο τελευταίος πελάτης του καφενείου, γιατί μετα τόν περίμενε το αφιλόξενο περιβάλλον της μάντρας. Κρεβάτι του το παχνί των ζώων, μια μεγάλη αστιβιά και ένα παλιοκούρελο για κατοσέντονο. Τούς χειμώνες, με τις τότε μακροχρόνιες παγωνιές, έμπαινε στην αχυρώνα και σκεπάζονταν με άχυρο μέχρι το λαιμό για να μήν κρυώνει.Εκεί πέρασε πολλά απ τα παιδικά, τα εφηβικά και τα υπόλοιπα μέχρι τα τριάντα του.
Στη Λήμνο, τη μεταπολεμική περίοδο η ανέχεια των οικογενειών που δεν είχαν η είχαν μικρό κλήρο, τις ανάγκαζε να στέλλουν τα παιδιά τους σε άλλλες με πρόβατα και χωράφια. Αυτούς που έλεγαν κεχαγιάδες. Αυτό ήταν το «στηχισμα». Ένα είδος προφορικής συμφωνίας, που γινόταν στο πανιγύρι της Παναγίας του 15Αύγουστου. Δέν υπήρχε χρηματικό ποσό στη συμφωνία. Μιά φορεσιά, ένα ζευγάρι λαστιχένια παπούτσια,τρία «πινάκια» στάρι η κριθάρι, άντε και κανένα αρνί.Δουλειά; όσο άντεχες.Τσοπάνος για τα πρόβατα, βολευτής των άλλων ζώων, και όλες τις άλλες κτηνοτροφικές και αγροτικές δουλειές του δυνάστη κεχαγιά.
Στό καφενείο τον αντάμωνα σχεδόν καθε μέρα.Καμιά φορά πίναμε και από ένα ρακί και λέγαμε ιστορίες του κυνηγιού, που ήταν χόμπυ και των δύο. Εκείνη τη μέρα φάνηκε ότι ήθελε να πει και να ξεσπάσει. Έτσι δεν άργησε να αρχίσει :

«Από οκτώ χρόνων «στηχιμένος», μου είπε. Τσοπανέρι σε ξένα χέρια, μακρυά απ το κόσμο. Έφτασα σχεδόν στα 30 μου για να αρχίσω να σκέπτομαι ότι πρέπει να καλλιτερέψω τη ζωή μου και να πάω κοντά στον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι τότε δεν είχα κοιμηθεί σε κρεβάτι. Ούτε καν σε στρώμα. Το καλοκαίρι λίγες αστιβιές σε ένα παχνί και ένα παλιοκούρελο για κατοσέντονο να μην με αγκυλώνουν. Και το χειμώνα, χωνόμουν στο άχυρο του αχυρώνα μέχρι το λαιμό για να μην κρυώνω.
Νερό δεν είχε στη μάντρα. Από ένα ξεροπήγαδο έβγαζα λίγο νερό και το έριχνα στα μούτρα μου για να ξενυστάξω. Έπλενα το σώμα μου μόνο το καλοκαίρι, που κουρεύαμε τα πρόβατα και τα πηγαίναμε στη θάλασσα και τα κάναμε μπάνιο. Το φαί σκέτο ξερό ψωμί. Σπάνια λίγο τυρί γεμάτο απίδαλους ή καμιά παστή σαρδέλα. Ούτε τσορβά , ούτε ζεστό.Μαγειρεμένο ποτέ. Καμιά φορά στα κρυφά έβγαζα λίγο γάλα από καμιά προβατίνα και βουτούσα το ξερό ψωμί. Κάποτε με προλάβε ο κεχαγιάς και κλώτσησε το τσίγκινο πιάτο με το γάλα και το ψωμί. Σημάδι ότι δεν έπρεπε να το ξανακάνω.
Στα τριάντα μου, καταφρονεμένος και ξεχασμένος ακόμα και από τους γονείς και τ’ αδέλφια μου, αποφάσισα να πλησιάσω τους ανθρώπους και να γίνω σαν κι αυτούς. Άρχισα να πηγαίνω σε κάθε είδους μεροκάματο και δυνατός και φιλότιμος όπως ήμουν, έγινα περιζήτητος και άρχισα να μαζεύω χρήματα. Πρώτο μεροκάματο 12 δρχ. Βρήκα μια κοπελούδα και παντρεύτηκα . Έκαμα κι ένα παιδί. Δεν ήταν τυχερό. Τήν έχασα πολύ γρήγορα κι έφυγα για τη χώρα όπου κατάφερα να μπώ στο σωματείο των λιμενεργατών-εκφορτωτών και το μεροκάματο έγινε τότε καλό.Τις μέρες που δεν είχε καράβι δούλευα στα φορτηγά, στα εμπορικά και όπου αλλού εύρισκα. Κοιμόμουν σ’ ένα καλύβι, μέχρι που βρήκα μια δεύτερη σύντροφό και μετακόμισα στο σπίτι. Δόξα το θεό, και λεφτά έκαμα και το παιδί βοήθησα και το τακτοποίησα και ζώ καλά γεράματα. Έχω όμως παράπονα απ’ τη ζωή για τα νειάτα που δεν έζησα, δεν χάρηκα κι εγώ σαν όλους τους άλλους.
«Ας είναι καλά ο κόσμος. Δεν έχω παράπονο από κανένα», έκλεισε την κουβέντα του εκεί. Σηκώθηκε , με χαιρέτησε και έφυγε αμίλητος.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Το “βάπτισμα” στη θάλασσα

Του Γ. Φίκαρη

Πρωτομπαρκάρησα στα 16 μου με ένα σκυλοπνίχτη 35 τόνων. Τότε για να μπαρκάρεις σε καράβι ήθελε προϋπηρεσία. Βάλθηκα να την κάνω πριν την ώρα της. Ένα μήνα το καλοκαίρι, Λήμνο-Θεσσαλονίκη. Δυο άτομα πλήρωμα κι ο καπετάνιος, o ιδιοκτήτης. Οι δυο μας το φορτώναμε και το ξεφορτώναμε. M’ έβαλε στο τιμόνι μόλις βγήκαμε απ το λιμάνι κι εκείνος πήγε και κοιμήθηκε. Ήτανε, λέει, ξενύχτης. Σε λίγο άρχισα να ξερνώ. Έβγαινα απ το σπηράγιο για να μην το λερώσω και ξαναγύριζα στο τιμόνι. Έφυγα στο δεύτερo ταξίδι, φτάνοντας στη Μύρινα. Άφησα και το φυλλάδιο. Χάρισμά σου του είπα, εγώ εγκαταλείπω... 

Τον άλλο χρόνο ,τελειώνοντας το τότε γυμνάσιο, άρχισαν πάλι σκέψεις για το σήμερα και το αύριο. Καμιά άλλη προοπτική κι ελπίδα. Ετοιμάστηκα να φύγω αλλά με πρόλαβε το ξεμπαρκάρισμα δυο μεγαλύτερων της οικογένειας. Πιάσανε να με συμβουλέψουν.

-«Τέσσερα χρόνια τζόβενο και ναύτης είναι πολλά. Να γίνεις μαρκόνης, μου είπαν. Έτσι μπορεί να μείνεις εσύ πίσω άμα μετανιώσεις. Να σ’ έχουνε και οι γέροι μας συντροφιά.»

Τελειώνοντας τη σχολή μπαρκάρισα σχεδόν αμέσως. Πήρα το καράβι απ’ τη Μασσαλία. Μου φόρτωσαν και μια ντουζίνα Πακιστανούς και Ινδούς πλήρωμα. Ταλαιπωρήθηκα να τους κουμαντάρω. 

Φτάνοντας στα σύνορα Ιταλίας- Γαλλίας τους έβγαλαν απ’ το τραίνο οι Γάλλοι. Μύριζαν αυτοί, τα γιατροσόφια και τα κιλίμια τους. Βγήκα κι εγώ μαζί τους και περίμενα το επόμενο τρένο. Ξαναμπήκαμε. Στο δρόμο πάλι τα ίδια με τους ελεγκτές. Αργά το βράδυ φτάσαμε επιτέλους στη Μασσαλία, όπου έλειπαν τρείς. Μας περίμενε ο γραμματικός στο σταθμό. 

-«Καλωσόρισες και εύγε. Καλά τα κατάφερες», μου είπε.

Πρώτη ψυχρολουσία. Είκοσι χρονών, πρωτόβγαλτος. Να μπερδεύεται η γλώσσα και τα πόδια σου. Να πνίγεσαι και να σου ζητούνε να τα βάλεις με τους Γάλλους ρατσιστές. Που καταλάβαιναν εγγλέζικα αλλά σου απαντούσαν γαλλικά που εσύ δεν ήξερες.

Στο καράβι η ατμόσφαιρα άλλαξε. Όλα φάνταζαν ωραία, πολυτελή και πεντακάθαρα. Το μεσημέρι καθήσαμε στην τραπεζαρία με τους Γάλλους, που θα μας παρέδιναν το βαπόρι. Τα ορντέβρ με το ricard, o σερβιτόρος να φέρνει ένα- ένα κομμάτια του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου πιάτου, ο μετρ να παρακολουθεί κι εμείς να τα χάφτουμε με μια μπουκιά και να περιμένουμε το επόμενο. Ιεροτελεστία το φαΐ για τους Γάλλους. Δυο-τρεις ώρες υπόθεση. Η άγνοιά μας για το Σαβουάρ βιβρ, σε όλο της το μεγαλείο. Χαμογελούσαν όμως οι Γάλλοι καλοκάγαθα. Τούς άρεσε η άγνοια και η αγνότητά μας. Σε δυο-τρεις μέρες ήρθε και η ώρα της αναχώρησης. Τα προβλήματα της επαγγελματικής ανεπάρκειας, της έλλειψης πείρας και της προσαρμογής στις δύσκολες συνθήκες του ταξιδιού. Κοντά και τα πειράγματα των παλιότερων. Αλίμονο στα «τζόβενα», τα «καμαροτάκια» και τους «καθαριστές», που τους έπιανε η θάλασσα και ζαλίζονταν. Κάποιους τους στέλνανε στη μηχανή να φέρουν το γατζόκλειδο για να κουρντίσουν το χρονόμετρο της γέφυρας κι άλλους να φέρουν νερό να ποτίσουν τα λουλούδια της μηχανής. Και να είσαι στο βόρειο Ατλαντικό- τόξο η πορεία- στό Bay, στα μουσώνια του Ινδικού και τους κυκλώνες του Ειρηνικού. Ευτυχώς η Μεσόγειο μας έκανε τη χάρη. 

Τελικά όλα τα γιατρεύει ο χρόνος. Φτάνεις γρήγορα στη γεροσύνη και τη γνώση κι αλλάζει η εικόνα σου, η δύναμη και η θέλησή σου. Μόνο η θύμηση αυτών που άφησες πίσω σου μένει να σου τριβελίζει το μυαλό. Κυρίως της μάνας που ξέρεις ότι σε έχει πάντα στη σκέψη της και ανάβει για σένα το καντήλι κάθε μέρα. Και να μην ήθελα μου τη θύμιζε το ρόδι που μου έδωσε φεύγοντας η γιαγιά μου και το είχα κρεμασμένο στο μπουλμέ.

Πέρασα καλά χρόνια στη θητεία μου στα καράβια. Καλύτερα απ όλα τα επόμενα . Παρόλο που αυτά ήταν δεμένα με τα προηγούμενα. Είδα πολλά και έμαθα πολλά, που με βοήθησαν να ξεχωρίζω τα πράγματα, να γίνω πιο ανθρώπινος και πιο άξιος. Τελικά , καλύτερα να σπάσεις μια πλώρη ή να κάψεις έναν ασύρματο, απ’ το να συνεργείς να μεγαλώνει το απόστημα που λέγεται ζωή στη στεριά, για το κέρδος, τη δόξα και το τίποτα . Να γίνεσαι τροχός που πατά ό,τι έχεις μπροστά σου, φτάνει να είσαι δυνατός, ασυλλόγιστος η αχαλίνωτος. Να σπέρνεις την καταστροφή και να μη σε νοιάζει, αρκεί να γίνεται το δικό σου η των πατρώνων σου, καλή ώρα......

Γι αυτό ο στοχαστής κωδικοποιεί, συγκρίνει, ανεβάζει και εξυμνεί τους ανθρώπους της θάλασσας:

«Η θάλασσα έχει τη δικαιοσύνη της. Καλύτερη από τη στεριά.Δεν έχει λόγια· έκαμες — έλαβες· σου το εκρέμασε ώστε να ειπής απίδι· σου το ετίναξε απάνω σαν αστραπόβολο!…»

«Οι ναύτες είναι ακροβάτες... Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια.» Ν. Καββαδίας

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΝΖΑ,ΓΑΛΑΤΣΙ ΚΑΙ ΒΡΑΪΛΑ ΠΡΙΝ 48 ΧΡΟΝΙΑ




«Η μάνα του δεν έκλαψε. Σε κείνο το νησί οι γυναίκες δεν κλαίνε ποτέ μπροστά στους άλλους. Όταν κλαις, είναι σαν να γδύνεσαι, και χειρότερο. Κλαίνε τη νύχτα, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού και τσιρίζει η καντηλήθρα. Όταν σε πιάνει στο λαιμό η μυρωδιά του καμένου λαδιού». Ν. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


ΚΩΣΤΑΝΖΑ,ΓΑΛΑΤΣΙ ΚΑΙ ΒΡΑΙΛΑ ΠΡΙΝ 48 ΧΡΟΝΙΑ

Του Γ. Φίκαρη

Η αγάπη για τη θάλασσα, το ξεπέταγμα των «νεοσσών» με το δυνάμωμα των φτερούγων τους και το όνειρο, δυνάμωνε τη θέλησή μας. Να γυρίσουμε τον κόσμο, να «πλουτίσουμε».. Η θάλασσα ποτέ δεν σε απογοητεύει. Σε κάνει σοφότερο και δυνατό. Θέλει, όμως, απαντήσεις στα ερωτήματα. Γρήγορες και συνετές λύσεις. Αλλιώς είσαι χαμένος.


Δεκέμβρης του '67. Στην Κωστάνζα, το Γαλάτσι και τη Βραΐλα. Τα χαντζάρια του πάγου της κουπαστής, ίδια με τις «χατζάρες» της ατμόσφαιρας του έξω κόσμου. Ο στρατιώτης σκοπός της σκάλας με το αυτόματο στον ώμο να περιεργάζεται το πάσο σου για να σ αφήσει να διαβείς τη σκάλα. Δίπλα και το φυλάκιο του τελωνείου. Καταγράφει και τα ρούχα, το ρολόι και ό,τι άλλο νομίζει για την επιστροφή. Λένε πως τέτοιοι σκοποί σκότωσαν όλους τους ναυαγούς της ράδας. Του βαποριού του Ευγενίδη, όταν μετά απο πυρκαγιά , έπεσαν στο νερό και κατάφεραν να φτάσουν την ακτή της Κωστάνζας. Χωρίς καμιά διαδικασία και επί τόπου.Μετά, τρέχα γύρευε...


Το βλοσυρό μουντό τοπίο βελτιώνουν τα παλιά ελληνικά αρχοντικά , τα μέγαρα,οι επιγραφές,τα ονόματα των δρόμων και οι εκκλησίες.Αριστουργήματα μιας άλλης εποχής. Της εποχής με τα «κτήματα στη Βλαχιά και σπίτια στο Βουκουρέστι’. Εγκαταλειμμένα απ' το καθεστώς που νοιαζόταν μόνο για την εξουσία και τον εαυτό του.Παραφωνία, οι σκόρπιοι Έλληνες του εμφυλίου. Άλλοι φιλικοί , άλλοι εχθρικοί κι άλλοι αδιάφοροι. Σε κάποιες Ελληνίδες κυρίες απ το εσωτερικό φάνηκε περίεργο που η Ελλάδα είχε τόσο όμορφα και περιποιημένα παλικάρια. Άλλοι , μόνιμοι τρόφιμοι του λιμανιού και της πλατείας , ψάρευαν Έλληνες ναυτικούς, κάνοντας τον «πιλότο» στα απόκρυφα της πόλης τους.Εδώ όλα έχουν την τιμή τους, που είναι εξευτελιστική και άμεσης ανάγκης. Λένε ότι τα ελληνικά πληρώματα συντηρούν ένα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Κωστάνζας.


Θυμάμαι το παγερό βλέμμα της παλιάς παρτιζάνας,όταν επισκέφτηκα το σπίτι της. Και τη σιωπή της. Αναρωτήθηκα για τα αισθήματα της. Τι να έλεγε, άραγε, από μέσα της; Πάντως δεν φάνηκε να χάρηκε.


Θυμάμαι,όμως και την αντίδραση της Μαρίκας της νοσοκόμας, παλιάς Ελληνίδας του εμφυλίου, όταν είδε ότι με ταλαιπωρούσαν με τις εξετάσεις στο νοσοκομείο. Με πήρε απ το χέρι και με πήγε κατ ευθείαν στο χειρούργο, όπου με συνοπτική διαδικασία με εγχείρησε για να αποφύγει την περιτονίτιδα. Θυμάμαι την Μαίρη την φοιτήτρια-γιατρό που μου έστειλε ο χειρούργος να μου κάνη παρέα μετά την εγχείρηση. Θυμάμαι το μικρό κατάξερο λεμόνι που μου έφερε για να πιω μια λεμονάδα να ξεδιψάσω.


Παραμονή Χριστουγέννων, δώδεκα και κάτι. Ο στρατιώτης-σκοπός, βλέποντάς με, ξεκρέμασε το αυτόματο. Μόλις κατόρθωσα να τον αποφύγω και να χωθώ στον αλουέ του βαποριού, όπου με έχασε. Δεν ξαναείδα τη στεριά. Πέρασα όλες τις χριστουγεννιάτικες μέρες παρέα με τις βάρδιες και το βατσιμάνη στο καράβι. Παρ' όλες τις προσπάθειες του καπετάνιου.Και η Μαίρη, η κόρη της αμίλητης παρτιζάνας, η Μαρίκα και οι άλλοι με περίμεναν. Δεν τους ξαναείδα και δεν έμαθα κάτι γι αυτούς ποτέ. Κι έλεγαν ότι με την πρώτη ευκαιρία θα μετακόμιζαν στην Ελλάδα....

Το δάσος βαλανιδιών της Λήμνου




Αν όχι όλοι, τότε οι περισσότεροι Λημνιοί έχουμε δεχτεί «πειράγματα» για τη βλάστηση του νησιού μας.

-«Δε φυτρώνει δέντρο στη Λήμνο βρε»
-«Το ψηλότερο δέντρο σας είναι ο μαϊντανός» κτλ κτλ
Όποιος νομίζει ότι η Λήμνος δεν έχει δασικά δέντρα, δασικές εκτάσεις ή δάσος τότε… δεν έχει εξερευνήσει αρκετά το νησί. Δεν πρόκειται βέβαια για τη ζούγκλα του Αμαζονίου, ούτε για δάση που καλύπτουν τα γειτονικά νησιά μας αλλά για μικρές διάσπαρτες συστάδες/ εκτάσεις διάφορων δασικών ειδών. Αν λοιπόν παρατηρήσεις καλύτερα θα δεις: αγριελιές, πουρνάρια, φτελιές, τραχεία πεύκη και κουκουναριά, κυπαρίσσια, λεύκες, βαλανιδιές ακόμη και καστανιές.
Η μεγαλύτερη, όμως, έκταση δάσους βρίσκεται αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στα χωριά Ρεπανίδι και Κοντοπούλι, στα βορειοανατολικά του νησιού και πρόκειται για ένα είδος αιωνόβιο, την ήμερη βαλανιδιά (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis). Προσέχοντας κάπως πιο προσεκτικά τα διάσπαρτα δέντρα μπορείς να συμπεράνεις ότι η σημερινή μορφή του είναι υπολειμματική αφού εξαπλώνονταν μέχρι την Ηφαιστία και τον Άγιο Αλέξανδρο.
Η δρυς ήταν ιερό δέντρο των αρχαίων ελλήνων, αφιερωμένο στον Δία, συμβόλιζε τη δύναμη και την αιωνιότητα. Μέσα στα δάση της βαλανιδιάς ζούσαν η δρυάδες ή αμαδρυάδες νύμφες χαίρονταν με τη βροχή, έκλαιγαν όταν το δέντρο δεν είχε φύλλα και πέθαιναν όταν αυτό κόβονταν. Γι’ αυτό το λόγο η υλοτομία του απαγορεύονταν με ειδικούς νόμους, με τιμωρία ακόμη και τον θάνατο.
Η πρώτη αναφορά που υπάρχει γι αυτές είναι από τον περιηγητή Belon το 1546, το δάσος προφανώς προϋπήρχε.
Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών και Μεσαιωνικών χρόνων η ξυλεία που χρησιμοποιούνταν για τη ναυπηγική και άλλες χρήσεις προέρχονταν από το Άγιο Όρος ή τη Σαμοθράκη. Η χρήση των βαλανιδιών ήταν σπάνια ακόμη και στα νεότερα χρόνια.
Σήμερα, η εντατικοποίηση της γεωργίας αλλά και άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στον περιορισμό της επιφάνειας εξάπλωσης του είδους. Το δάσος είναι κατά πλειοψηφία ιδιωτικό (αφού βρίσκεται μέσα σε καλλιεργούμενες γαίες). Η υλοτομία του δεν απαγορεύεται, αρκεί να πάρει κανείς την απαραίτητη αδειοδότηση από τη δασική υπηρεσία. Βέβαια, δεν λείπουν περιστατικά παράνομης υλοτόμησης. Ένα κομμάτι της έκτασης βρίσκεται εντός περιοχής Natura αλλά η προστασία του είναι θεωρητική και έντυπη.
Αν το σκεφτεί κανείς αυτά τα δέντρα είναι από μόνα τους ιστορία, γνώρισαν Τούρκους, Βυζαντινούς, Σαρακηνούς, Γενοβέζους, γνώρισαν εμάς και μεις με τη σειρά μας πρέπει να τα γνωρίσουμε στις επόμενες γενιές.
Φώτω Φ. Κόνσολα
Δασοπόνος & ΔΦΠ


Πηγή: ifaistia.gr

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο ανάπηρος ναυτικός



 
  

      Του Γ. Φίκαρη

     "Ναυτικό ατύχημα, Θαλάσσιο ατύχημα χαρακτηρίζεται γενικά κάθε θαλάσσιο συμβάν που έχει ως συνέπεια την απώλεια ή βλάβη πλοίου ή φορτίου του”, λέει το ναυτικό δίκαιο.
“Το ναυτικό επάγγελμα είναι ωραίο και επικερδές”, έλεγε η διαφήμηση στα χρόνια μας , για να προσεκύσει νέους στο επάγγελμα του ναυτικού. Ιστορίες σαν αυτή που ακολουθεί σε κάνουν να θυμάσαι και να αγανακτείς. Πως ψάρευαν, πώς νομοθετούσαν και πόσο υπολόγιζαν τη ζωή του ανθρώπου στη θάλασσα.Του “καραβοτσακισμένου” ναυτικού.
     Ο Φώτης είχε χρόνια στα καράβια. Κάποια στιγμή, με κακό χειρισμό του βιντσιέρη, η κακιά ώρα, η σκουριασμένη μπουκαπόρτα του έκοψε το πόδι απ' το γόνατο. Από τότε, τη σύνταξη των 600 ευρώ, συμπλήρωνε η δουλειά του στα χωράφια και του πλανόδιου πωλητή της παραγωγής του. Ευνόητο είναι να χρειάζεται συχνή αλλαγή το τεχνητό του μέλος του. Σήμερα για πρώτη φορά το ΝΑΤ δεν καλύπτει τα έξοδα της αντικατάστασης. Χρήματα δεν έχει. Βρίσκεται σε αδιέξοδο και απελπισία.
    Αυτό σκεπτόταν καθισμένος στο καφενείο του λιμανιού της Μύρινας, όταν είδε κάποιον να τον κοιτά επίμονα. Σε λίγο κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Ήταν ο καπετάνιος του καραβιού. Τού καραβιού που συνέβη το ατύχημα. Μια τυχαία συνάντηση. Είπαν πολλά, τα είπαν όλα. Φεύγοντας, ο καπετάνιος ξεχώρισε κάποια λεφτά και του τα έδωσε. Αυτά μου περισσεύουν, του είπε. Είμαι με την οικογένειά μου εδώ για διακοπές και χρειάζομαι κάποια χρήματα. Αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας και χώρισαν.
    Έμεινε στη θέση του αρκετή ώρα. Θυμήθηκε και έκλαψε τα δύο του αδέρφια, που χάθηκαν μπαρκαρισμένα σε χωριστά βαπόρια λίγο πριν το ατύχημά του. Ο ένας σκοτωμένος κατάμπαρα κι ο άλλος πνιγμένος δίπλα στο βαπόρι και μέσα στο λιμάνι.Το κράτος και η μεγάλη ελληνική ναυτιλία, άφησαν τις χήρες και τα ορφανά χωρίς αποζημιώσεις.Πενιχρές συντάξεις του άλλοτε κραταιού ταμείου, του ΝΑΤ, που έγινε το φτωχότερο γιατί το καταλήστευσαν και απομύζησαν την περιουσία του άστοχες και χαριστικές πράξεις των κυβερνήσεων και η αντικατάσταση των Ελλήνων ναυτικών με κάθε είδους λατσιόνας ξένων “κούληδων”.
    Πέρασε πολλή ώρα με τη μοναξιά του, σκούπισε τα δάκρυά του και ήλθε στο τραπέζι μου. Με ξέσπασμα απελπισίας μου τα εξιστόρησε.
Σκέφτηκα ότι τέτοιου είδους ιστορίες, γράφει μόνο η ζωή του ξεχασμένου απ όλους Έλληνα ναυτικού. Ιστορίες που τελειώνουν πάντα με την αναλγησία της ελληνικής πολιτείας και των εκπροσώπων της. Μιά πολιτείας που αντιδρά ακαριαία, όταν δεν πρόκειται για λαμόγια, κομπιναδόρους μεγαλοσχήμονες , αλλά για το επίδομα ανάπηρου για αντικατάσταση μέλους ,που χάθηκε σε ώρα υπηρεσίας και υπέργηρου κουλουρά, πού του επέβαλε πρόστιμο 5.000 ευρώ γιατί δεν είχε άδεια.
    Από κοντά και η μεγάλη ελληνική ναυτιλία που επιμένει ότι νοιάζεται για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. Ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους η τα μέλη τους,για να γίνη εκείνη μεγάλη, καύχημα του εαυτού της και των κυβερνώντων.Εμφανίζεται όταν χρειάζεται πρόσθετη απαλλακτική φορολογία και άλλα χαριστικά μέτρα και χάνεται, όπως καλή ώρα.Και επιμένουν να διατυμπανίζουν για το ναυτιλιακό συνάλλαγμα , χωρίς να δικαιολογούν το πως και το γιατί εξακολουθεί να υπάρχει, χωρίς Έλληνες ναυτικούς.
    Γνώριζα την ιστορία της οικογένειας. Θυμήθηκα τα αγκομαχητά του πληγωμένου σχεδόν παράλυτου πατέρα, όταν περνούσα έξω απ το σπίτι τους. Και τη μάννα , που πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στον κόσμο της απελπισίας, του παράλογου και της παραφροσύνης.
    Αγακτεί κανείς,όταν σκέφτεται αυτούς που νομοθέτησαν, αλλά και τους άλλους που τα ανέχονται και τα εφαρμόζουν και δέν έχουν τίποτα να πούν στο Φώτη και τούς άλλους όμοιοπαθείς του, συνεχίζοντας να διαλαλούν στα κανάλια πόσο ωραία ήταν επί των ημερών τους πού τα σχεδίασαν και οι άλλοι δεν κάνουν τίποτα για τα ανατρέψουν ,αλλά ασχολούνται με το κόμμα και τα προσωπικά τους.Αυτή είναι η χτεσινή και σημερινή Ελλάδα. Δυστυχώς.-

“ Στὴν πλώρη αὐτὴ κατάστρεψα τὸν ἤρεμον ἑαυτό μου
καὶ σκότωσα τὴν τρυφερὴ παιδιάτικη ψυχή.
Ὅμως ποτὲ δὲ μ᾿ ἄφησε τὸ ἐπίμονο ὄνειρό μου
καὶ πάντα ἡ θάλασσα πολλά μου λέει, ὅταν ἀχεί.”