Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Ο πρόσφυγας από την Αν. Θράκη που άλλαξε τη Λήμνο

    Αθανάσιος Κουντουράς. Στα 100 του ζει, ενδιαφέρεται, συμβουλεύει. Ευθυτενής, καλοντυμένος και γλυκύτατος απολαμβάνει καθημερινά το καφεδάκι του στο καφενείο του "Κουντουρά", επαναλαμβάνοντας ότι η Λήμνος ήταν και μπορεί να ξαναγίνει αυτάρκης.
Και εξιστορεί την πολυτάραχη ζωή του. Απ' την προσφυγιά της Ανατολικής Θράκης και όλους τους τελευταίους πολέμους, στη σημερινή πραγματικότητα.
Λίγο πολύ είναι γνωστά τα δραματικά γεγονότα της καταστροφής του 1922. Κυριολεκτικά άγνωστα, όμως, παραμένουν τα γεγονότα της εγκατάλειψης και εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης.
Η θρακική καταστροφή παραμένει άγνωστη, ανεξήγητη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. Η απόφαση της απόδοσης της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία πάρθηκε τελικά στις 9-9-1922. Η εκκένωση της Αν. Θράκης σήμαινε τη βίαιη μετακίνηση 260.000 Θρακών προσφύγων με τις οικοσκευές τους. 
Μαζί με τους Έλληνες σήμανε και την αναχώρηση των υπόλοιπων μειονοτήτων και 70.000 στρατιωτών της Στρατιάς της Θράκης. 
Συνολικά μετακινήθηκαν δυτικά περίπου 450.000 άτομα. Η μετακίνησή τους έγινε με κάθε μέσον. Τρένα, πλοία και καΐκια. 
Ο πρωταγωνιστής μας γεννήθηκε το 1914 στην Περίσταση (σημερινό Surikoi), κωμόπολη στις ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά. Βίωσε παιδί τον ξεριζωμό και τη ζωή του πρόσφυγα. Έζησε τέσσερις πολέμους. Τον Α' Παγκόσμιο παιδί πέντε χρόνων, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Β' Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο.
Η θητεία του στο στρατό κράτησε οκτώ χρόνια (!). Η ταλαιπωρία του ίδιου και της υπόλοιπης οικογένειας αρχίζει, όταν ο πατέρας του, κυνηγημένος απ' τους νεότουρκους που συνελάμβαναν και έστελναν στο στρατό όλους τους άντρες ελληνικής καταγωγής, έφυγε νύχτα πέντε χρόνια πριν απ' το σπίτι. Επέστρεψε ένα βράδυ πέντε χρόνια αργότερα. Πήραν αυτόν και τον αδερφό του με τη μητέρα του στους ώμους τους και έφυγαν προς την παραλία, όπου τους περίμενε ναυλωμένο καΐκι, μαζί με άλλες πέντε οικογένειες, στο οποίο επιβιβάστηκαν και τους μετέφερε στο Κάστρο της Λήμνου.
Από τότε έχασαν κάθε επαφή με συγγενείς, γνωστούς καιφ ίλους. Οι Περιστασιώτες διαμοιράστηκαν σε όλη την Ελλάδα με κάθε μέσον. Βγήκαν απ' το καΐκι και έστησαν τα νοικοκυριά τους στο λιμάνι του Κάστρου για πολύ καιρό.
Αργότερα με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τούρκοι της Λήμνου εγκατέλειψαν το νησί και το κράτος τους παραχώρησε ένα δωμάτιο σε κάποιο σπίτι Τούρκων. Μετά από ένα χρόνο βρήκαν κάποιο άλλο σπίτι και μετακόμισαν. Ο πατέρας του, δραστήριος Μικρασιάτης, αγόρασε απ' το ελληνικό Δημόσιο μια μικρή επιχείρηση που άφισαν πίσω τους οι Τούρκοι. Η επιχείρηση παρασκεύαζε ταχίνι, σαμόλαδο και χαλβά. Τη μεγάλωσε, την εκσυγχρόνισε και αύξησε την παραγωγή της με τη συμβολή όλης της οικογένειας. Η πρόοδος της επιχείρησης του έδωσε την ευκαιρία αργότερα να σπουδάσει και να πάρει το πτυχίο του γεωπόνου. Επέστρεψε στη Λήμνο το 1932 και ασχολήθηκε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του με την επιστήμη του.

Παρακάτω, σας παραθέτουμε ένα δημοσίευμα του protagon.gr, το οποίο αναφέρεται στον Αθανάσιο Κουντουρά, συμπληρώνοντας το πορτρέτο ενός ευσυνείδητου, δραστήριου και διορατικού ανθρώπου, μιας ξεχωριστής προσωπικότητας που μας έδειξε από τα πολύ παλιά χρόνια τι σημαίνει να είσαι ενεργός πολίτης. 


Ένας επαρχιακός γεωπόνος





  Ο Αθανάσιος Κουντουράς στέκεται μπροστά μου και κρατάει το πρωτότυπο της σχεδόν 70χρονης επιστολής του για να τους φωτογραφήσω με το τηλέφωνό μου.




Βασίλειον της Ελλάδος                                                                               Αθήνα 8-4-47
Επαρχία Γεωπονίας Λήμνου                                                              
Αριθμ. Δ.Υ.                                                                      

                                                                                       Προς
                                                                          Το Ινστιτούτον Οίνου
                                                                           Κάντζαν Αττικήν
                                                                                    Ενταύθα


«Περί καλλιεργείας της αμπέλου και παραγωγής οίνου εν τη Επαρχία Λήμνου»
Εις εκτέλεσιν εντολής του Δ/ντού Γεωργίας Λέσβου, λαμβάνω την τιμήν να υποβάλω υμίν σημείωμα σχετικώς με την παραγωγήν σταφυλών και οίνου εν τη επαρχία Λήμνου.
Η καλλιεργούμενη δι’ αμπέλου…
(Λυπάμαι που δεν μπορώ να αποτυπώσω τους τόνους, τα πνεύματα, τις υπογεγραμμένες)

Να πώς έχει η ιστορία.
Στα τέλη Ιουλίου επικοινώνησα με την ΕΑΣ Λήμνου για να γράψω μια παρουσίαση για το Μοσχάτο Αλεξανδρείας στους bostanistas. Μεταξύ των αρχείων που μου έδωσε η ΕΑΣ περιλαμβανόταν και ένα word με τίτλο: «ΓΕΩΠΟΝΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΣ». Αυτό διάλεξα να ανοίξω πρώτο. Ήταν μια υπηρεσιακή αναφορά του 1947 ενός επαρχιακού γεωπόνου, ενός δημοσίου υπαλλήλου, λειτουργού, πείτε τον όπως θέλετε, για την κατάσταση της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποιίας  στη Λήμνο. Τότε, όταν μαινόταν ο εμφύλιος. Τη διάβασα μονορούφι. Εξακόσιες τέσσερις λέξεις, αλλά ούτε μια περιττή. Συμπαγής πληρότητα τεκμηριωμένη με αριθμούς. Στρέμματα, είδη αμπελιών, ασθένειες, αποδόσεις, περιγραφή των πρωτόγονων μεθόδων οινοποίησης, ποιότητες, αγορές, τιμές και, το σημαντικότερο, προτάσεις. Αφού η ιδιωτική πρωτοβουλία αδιαφορεί, γράφει ο Αθανάσιος Κουντουράς, να γίνει ένα συνεταιριστικό οινοποιείο, με επικεφαλής οινολόγο. Το κρασί (Μοσχάτο Αλεξανδρείας) είναι καλό, αν εμφιαλωθεί θα πιάσει καλές τιμές στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Σκεφτείτε, μιλάμε για το 1947!
«Διάβασα την αναφορά Κουντουρά, του 1947. Πρέπει να ήταν πολύ αξιόλογος και διορατικός άνθρωπος» λέω στον οικονομικό υπεύθυνο της ΕΑΣ. «Είναι, θέλετε να πείτε», με διορθώνει. «Ζει και βασιλεύει! Μπορείτε να τον συναντήσετε κάθε πρωί έντεκα με μία στο καφενείο Αιγαίον». Έτσι κι έγινε.
Έξω, μπροστά από το λιμανάκι στη Μύρινα, ο ήλιος «σκοτώνει». Καθόμαστε μέσα, στο παλιό καφενείο με το κλασικό ασπρόμαυρο δάπεδο-σκάκι. Χαμηλός φωτισμός, ανεμιστήρες, τραπέζια μικρά και χαρτοπαιξίας, ξύλινες επενδύσεις, ντόπιοι θαμώνες. «Την έγραψα στην Αθήνα, στο επιτελείο. Είχα επιστρατευθεί λόγω Εμφυλίου. Πήρα απολυτήριο το ’50. Έκανα έξι χρόνια στρατιωτικό, έφεδρος αξιωματικός. Τρία χρόνια 1937-40, τρία χρόνια 1947-50. Την έγραψα σταδιακά, περιμένοντας το φύλλο πορείας, γι’ αυτό και βλέπεις διαφορετικά μελάνια. Είμαι πρόσφυγας. Διορίστηκα γεωπόνος το 1936 στον Οργανισμό Βάμβακος. Μετά, επαρχιακός γεωπόνος στη Λήμνο. Παντρεύτηκα και έμεινα στου Ρωμανού».
Πρόσωπο καθαρό, ευθυτενής, μιλάει χαμηλόφωνα χωρίς εξάρσεις, όπως γράφει, σκέφτομαι, με μια ψυχρότητα που εκπέμπει γνώση και ειλικρίνεια.
«Τους έκλεβαν τότε τους αγρότες. Ερχόταν ένας από Αλεξανδρούπολη να πάρει σταφύλια. Δεν τους άφηνε ούτε να πλησιάσουν την πλάστιγγα. Τόσο είναι, αυτά θα πάρεις! Τσιμουδιά αυτοί. Τί θα τα έκαναν αν δεν τα έπαιρνε αυτός; Η κατάσταση ήταν όπως την περιγράφω στην επιστολή. Ένα μεγάλο μέρος του μούστου γινόταν ξίδι ή πήγαινε για πέταμα. Μίλησα με τον διευθυντή Γεωργίας στη Λέσβο. Μου είπε: Γράψε τα! Έτσι έκανα την αναφορά». Τι κάνατε σαν γεωπόνος τότε; ρωτάω.
«Ήμασταν δύο στο Πρόγραμμα Γεωργικών Εφαρμογών. Εγώ στου Ρωμανού και ένας ακόμη στη Μύρινα. Κάποια στιγμή ο άλλος έφυγε. Δουλεύαμε με βάση το αμερικανικό σύστημα με μηνιαίους προγραμματισμούς και απολογισμούς. Κάθε μήνα έπρεπε να διατυπώσεις εγγράφως τι θα έκανες τον επόμενο και να αιτιολογήσεις τι και γιατί δεν είχες πραγματοποιήσει με βάση τον προγραμματισμό τον προηγούμενο. Δεν υπήρχε ωράριο. Από τις εξήμισι το πρωί κάποιοι αγρότες θα ήταν κάτω από την πόρτα του σπιτιού μου με φύλλα και άλλα δείγματα. Έπρεπε να τα δω για να τους δώσω τα φάρμακα και συμβουλές. Μετά έπρεπε να πάω στα χωριά, πρακτικώς χωρίς συγκοινωνίες, αλλά εγώ είχα πάρει ένα γαϊδουράκι για να μετακινούμαι αυτόνομα. Το βράδια είχαμε συγκεντρώσεις για ενημερώσεις στα χωριά. Δεν υπήρχε ωράριο και συχνά η δουλειά τελείωνε τα μεσάνυχτα».   
Τι φταίει για τη σημερινή εγκατάλειψη των καλλιεργειών και τον μαρασμό της αγροτικής οικονομίας;
«Οι επιδοτήσεις», μου λέει αβίαστα, «και ο τρόπος που τις διαχειριστήκαμε. Τα χωράφια στη Λήμνο πέρασαν σε χρόνια αγρανάπαυση και τελικά κατέληξαν χέρσα. Γιατί να τα καλλιεργήσουν αφού, ούτως ή άλλως, θα έπαιρναν επιδότηση; Οι κρατικοί γεωπόνοι κατάντησαν καταμετρητές. Τώρα όμως που τελείωσαν τι θα κάνουμε; Παλιά και μέχρι το 1970 καλλιεργούνταν στο νησί 50.000 στρέμματα βαμβάκι. Μισά ξερικά, μισά αρδευόμενα. Μέχρι το 1950 είχαν ανοιχτεί 3.500 πηγάδια. Υπολογίζω ότι η συνολική έκταση που μπορεί να καλλιεργηθεί στη Λήμνο είναι 150.000 στρέμματα. Ελάχιστη από αυτήν καλλιεργείται σήμερα. Ακόμη εκκρεμούν οι αναδασμοί σε πολλές περιοχές. Όσο ήμουν στην υπηρεσία είχα καταφέρει να ολοκληρωθούν στην Πλάκα, στον Μούδρο, την Τσιμάνδρια και τον Κοντιά». 
Ο Αθανάσιος Κουντουράς, συνταξιούχος επαρχιακός γεωπόνος της Λήμνου από το 1977, διανύοντας τη δέκατη δεκαετία της ζωής του εξακολουθεί να είναι δραστήριος. Γράφει και συμβουλεύει ακόμη και μέσω Διαδικτύου. Καλεί τον κόσμο και τους νέους να ξαναγυρίσουν στη γη για να ξαναγεμίσουν τα χωράφια με τις εξαιρετικές τοπικές ποικιλίες σταριού Μαυραγάνι και Λήμνος, με σουσάμι, αμπέλια, οπωροκηπευτικά, ελιές, αμυγδαλιές, να αυγατίσει η κτηνοτροφία και τα ξεχωριστά τυροκομικά προϊόντα. Υπήρξε ένας ευσυνείδητος και διορατικός δημόσιος υπάλληλος του 1936 και εξακολουθεί να είναι ένας ενεργός πολίτης. Το οινοποιείο που οραματίστηκε και πρότεινε το 1947 άρχισε να κτίζεται το 1959 και λειτούργησε τη δεκαετία του ’60.
«Αυτό που κέρδισα, είναι η εκτίμηση του κόσμου. Μόνον αυτό». Η φωνή του τσακίζει και μου φάνηκε ότι προσπάθησε να μη δακρύσει.

Δείτε εδώ την επιστολή του 1947.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Έτσι άλλαζε χέρια η γη στη Λήμνο πριν από έναν αιώνα

Το έγγραφο που σας παρουσιάζουμε χρονολογείται από το τις αρχές του περασμένου αιώνα . Είναι ένα πωλητήριο, σημερινό συμβόλαιο, που το επικύρωναν οι δημογέροντες ή μουχταροδημογέροντες και αντί για υπογραφή φέρει σταυρό, διότι οι υπογράφοντες δεν ήξεραν γράμματα.
Τα χρόνια εκείνα οι διαδικασίες μεταβίβασης των ακινήτων ήταν πολύ απλές και τις περισσότερες φορές γίνονταν δίνοντας το χέρι ο ένας στον άλλο. 
Πολλές φορές η έκταση δεν μετριόταν σε στρέμματα αλλά σε πινάκια, μονάδες μέτρησης επιφάνειας καλλιεργήσιμων χωραφιών.



Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

«Πρωτόμπαρκος»- Του Γ. Φίκαρη

Πρώτο καράβι. Έτος 1967. M/V FREDRIK RAGNE. Σουηδέζικης κατασκευής 1947, κόροι 3.500. Μετασκευασμένο και ενισχυμένο για ταξίδια στους παγωμένους ωκεανούς. Open 3.500 κόροι close 4.500. Γερό σκαρί, με χοντρή λαμαρίνα διπλοκαρφωμένη. Σαν τα Limpertys, τα βαπόρια του πολέμου.

Το πήρα απ’ το λιμάνι της Βενετίας. Επιτέλους βρέθηκα στο περιβάλλον που ονειρευόμουν. Ο πατέρας μας, τσακισμένος απ’ τα στραπάτσα της στεριάς, βρέθηκε σ’ ένα καράβι 40 χρονών τζόβενο. Μισθός 10 λίρες Αγγλίας. Από τότε έλεγε και ξαναέλεγε ότι θα μεγαλώναμε και θα γινόμαστε καπεταναίοι, όνειρο κάθε Χιώτη για τα παιδιά του. Διαισθανόταν, φαίνεται, την κατοπινή άνοδο της ελληνικής ναυτιλίας. Και πράγματι και οι δυο μας ακολουθήσαμε την προτροπή του και γίναμε ναυτικοί. Το καράβι, τότε, σου έδινε ελπίδες και όνειρα. Ελπίδες γιατί έφτιαχνες τα οικονομικά σου και όνειρα για εκείνα που επρόκειτο να δεις και να συναντήσεις στα ταξίδια σου. Αισθάνθηκα λοιπόν πολύ βολικά μπαίνοντας στο καράβι και ειδικά στην καμπίνα, που ήταν δίπλα στη γέφυρα και μπορούσες να βλέπεις τα πάντα γύρω από το καράβι. Φρόντισα να ενημερωθώ όσο γίνεται καλύτερα και περιεργάστηκα όλα τα σημεία του καραβιού γι’ αυτό. Σε δυο μέρες το καράβι έλυσε κάβους. Προορισμός τα λιμάνια της Γλασκώβης και του Λίβεροπουλ.

Κατά την έξοδο απ’ το λιμάνι είχαμε και την πρώτη αβαρία. Στις μανούβρες του λιμανιού, ένας ρώσος κολοσσός μας έσχισε με την άγκυρά του την πλώρη σαν τσιγαρόχαρτο. Ευτυχώς όχι επικίνδυνα. Γι’ αυτό και δεν έγινε άμεση επισκευή και συνεχίσαμε το ταξίδι. Την άφησαν άφτιαχτη για γούρι ή για να μας θυμίζει ότι πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί. Να μη διπλώσει το κακό.

Στη Βενετία, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου με κέρασαν πίτσα που μου φάνηκε απαίσια με τα παστά και τα θαλασσινά που ήταν φτιαγμένη. Ήταν κι αυτή σαν τον καφέ, που δυσκολευόμασταν να ξεχωρίσουμε. Ψάχνοντας τον ελληνικό, θεωρούσαμε το περιεχόμενο των φιαλών που υπήρχαν για αυτοεξυπηρέτηση, τσάι ή άλλα σχετικά αφεψήματα. Στα λιμάνια έπρεπε να είσαι προσεκτικός ή να έχεις παρέα για να σε προφυλάγει από τέτοιες γκάφες. Γελούσαν οι κοπελιές του καταστήματος, αλλά μας συμπαθούσαν. Πιθανόν τους άρεσε η αγνότητά μας.

Πρώτο ταξίδι, λοιπόν, το Λίβερπουλ και μετά η Γλασκώβη της Σκωτίας, απ’ όπου θα φορτώναμε για πολλά λιμάνια των Μεγάλων Λιμνών του Καναδά και των ΗΠΑ. Τα καράβια αυτά οι ναυτικοί τα λένε «γαλατάδες», λόγω των πολλών στάσεων σε μικρά και μεγάλα λιμάνια για φορτοεκφορτώσεις.

Με το «γαλατά», λοιπόν, το FREDRIK RAGNE, φορτώσαμε στα δύο λιμάνια της Σκωτίας διάφορα εμπορεύματα- γενικά φορτία τα λένε στη ναυτική ορολογία- και ξεκινήσαμε δύσκολο ταξίδι κροσάρισμα του Βόρειου Ατλαντικού. Καιροί δύσκολοι, μόνιμοι βορειοδυτικοί στη μάσκα του βαποριού και συνεχόμενοι. Ο ένας κακός καιρός ακολουθεί τον προηγούμενο. Μικρό καράβι, πορεία τόξου για συντόμευση της απόστασης. Το ταξίδι κανονικά 7-8 μέρες, που καμιά φορά θα μπορούσαν να γίνουν 8-10. Αναμονή και σκοπός το αγνάντεμα της στεριάς του HALIFAX του Καναδά, με παγόβουνα που αποκόβονται και αρχίζουν να κατηφορίζουν Νότια. Έπρεπε ο ασυρματιστής να παίρνει τα στίγματα των επισημασμένων παγόβουνων σε τακτά χρονικά διαστήματα και να τα παραδίδει στον καπετάνιο. Η γέφυρα παράλληλα παρακολουθεί την κίνησή τους, ελέγχει οπτικά και με το ραντάρ και παρακολουθεί συνεχώς τη θερμοκρασία της θάλασσας. Αυτή ήταν τότε η διαδικασία που ετηρείτο, όταν το καράβι ταξίδευε σε τέτοιου είδους περιοχές. Πλησιάζοντας τη στεριά, πρώτη φορά είδα πολλά κομμάτια πάγου να επιπλέουν και να ταξιδεύουν και μετά παγωμένη θάλασσα μέχρι που φτάνει ανθρώπου μάτι. Αμέσως μειώθηκε η ταχύτητα του καραβιού που έσκιζε σιγά σιγά τον πάγο, μέχρι σε μια στιγμή σταμάτησε, πράγμα που σήμαινε ότι το πάχος του πάγου ήταν μεγάλο και έπρεπε να κληθεί παγοθραυστικό για να συνεχίσει. Ήρθε το παγοθραυστικό και ξεκίνησε σπάζοντας τον πάγο. Το καράβι ακολουθούσε και έπλεε σε ένα αυλάκι λίγο μεγαλύτερο απ’ το πλάτος του, ώσπου τα πάχος του πάγου μίκρυνε, το παγοθραυστικό έφυγε κι εμείς συνεχίσαμε μόνοι μας για τον προορισμό μας. Αυτό συνέβη δυο-τρεις φορές μέχρι που φτάσαμε στον κόλπο. Μετά οι όχθες του San Lorens, το THREE RIVERS και τελικά στο MONTREAL. Εκεί δέσαμε. Λύθηκε η καραντίνα, έγινε ενδελεχής έλεγχος που πουθενά αλλού δεν γίνεται σε καράβι και πλήρωμα, σφραγίστηκαν οι τουαλέτες και οι χώροι σκουπιδιών και αντικαταστάθηκαν με χημικές κατάλληλες και λήφθηκαν όλα τα μέτρα αντιρύπανσης.

Ξεκινήσαμε για τον ανεβασμό, που επρόκειτο να γίνει απ’ το ποτάμι στις λίμνες. Έπρεπε, δηλαδή, να ανεβαίνουμε κάθε φορά τη διαφορά του υψόμετρου μέσω δεξαμενών, που με απίστευτα γρήγορη ταχύτητα, κάλυπταν ένα ύψος 20-40 μέτρων σε είκοσι λεπτά. Και μετά ξανά και ξανά αμέτρητες φορές, όσες φορές ήταν αναγκαίο.

Στις Λίμνες αυτές, τις Μεγάλες Λίμνες, είναι χτισμένες μερικές απ’ τις μεγαλύτερες βιομηχανικές πόλεις του Καναδά και των ΗΠΑ. Όπως το Σικάγο, το Μιλγουώκυ, το Νιτρόιτ, το Κλήβελαντ, το Μίτσιγκαν, το Χάμιλτον, το Τορόντο κ.α.

Το έργο είναι τεράστιο, η τελειότητά του απίστευτη και η ωφέλεια των δύο χωρών ανυπολόγιστη. Από εκεί μεταφέρονται κάθε είδους φορτία, κυρίως σιτηρών, που είναι τόσο μεγάλα, ώστε να επηρεάζουν άμεσα και κατακόρυφα τα ναύλα και τις τιμές τους. Περνώντας και τη μεγαλύτερη λίμνη, τη SUPERIOR- ίση και μεγαλύτερη από το Αιγαίο Πέλαγος, φτάσαμε στο τέρμα της. Στο DULUTH των ΗΠΑ και τη MANITOMBA του Καναδά, που συνορεύουν μεταξύ τους.

Χιόνια, παγωνιά, αέρηδες και καταιγίδες. Χάση κόσμου. Η κυκλοφορία όμως των αυτοκινήτων και των πεζών κανονική. Η ζωή σ’ όλη της την έκταση. Η Αμερική κι εδώ έχει κάνει το θαύμα της.

Κάποια στιγμή τελείωσε το νερό του καραβιού και ζητείται από τη διεύθυνση του λιμανιού το γέμισμα των δεξαμενών του πλοίου. Αυτό έγινε και στο Duluth. Η απάντηση; «Δεν υπάρχει τέτοιος, ανοιχτείτε απ’ τη στεριά ένα μίλι στη λήμνι και πάρετε όσο θέλετε για λάτρα και πόσιμο. Είναι απολύτως εγγυημένο.».

Τόσο απλά και με τη σιγουριά την αμερικάνικη, μας είπαν να πάρουμε πόσιμο νερό από μια λίμνη. Τρομάξαμε να το πιστέψουμε και να το κάνουμε. Αυτό και άλλα πολλά που θα εξιστορήσω παρακάτω με έκαναν να πιστέψω ότι οι ΗΠΑ είναι το πιο ανεπτυγμένο, προοδευτικό και σύγχρονο κράτος του κόσμου. Γιατί το κράτος νομοθετεί και ελέγχει, αλλά μαζί με τους πολίτες, που τηρούν και ελέγχουν περισσότερο απ’ το κράτος τους νόμους του.

Στις δεξαμενές, περιμένοντας το γέμισμά τους, ο κόσμος έξω απ’ το καράβι το έβλεπε να ξεφυτρώνει απ’ το βάθος της δεξαμενής και ενθουσιαζόταν. Προφανώς ήταν αμερικανοί τουρίστες, έκαναν τη βόλτα τους ή το πικ-νικ και δεν ήξεραν πολλά για τα καράβια και τους ναυτικούς. Μας μιλούσαν και μας ρωτούσαν διάφορα. Σε κάποια μεγαλύτερα διαστήματα αναμονής, έμπαιναν στο καράβι για ένα κέρασμα. Ήταν τόσο ενθουσιώδεις στη γνωριμία τους με Έλληνες. Άλλοι γιατί είχαν διαβάσει ή απλά ακούσει για τους αρχαίους Έλληνες και τον Μ. Αλέξανδρο κι άλλοι γιατί είχαν υπ’ όψιν τους το φιλότιμο, την εργατικότητα και τον καλό χαρακτήρα των νεοελλήνων. Δεν είχε αρχίσει ακόμη η περίοδος της αντίστασης στη Χούντα, ούτε η τεράστια διαφήμιση της Ελλάδας με το Ζορμπά και τα νησιά της. Αυτή ήταν τότε η γνώμη του έξω κόσμου για τους Έλληνες.

Τα τοπία που εναλλάσσονται το ένα το άλλο, με νησάκια, ποτάμια, σπιτάκια και βλάστηση, παραδεισένια. Η οργάνωση και η ασφάλεια απίστευτη. Η διαδικασία διέλευσης των καραβιών άριστη. Παρά το σκληρό κλίμα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Η διαδικασία διέλευσης των καραβιών άριστη. Παρά το σκληρό κλίμα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Τήρηση των κανόνων διέλευσης των καναλιών από τους πιλότους που αναλαμβάνουν και την πλήρη ευθύνη της πλοήγησης, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου. Αμερικανικό δίκαιο. Η διέλευση καραβιών και εν γένει πλωτών μέσων σταματά περίπου στο τέλος Σεπτεμβρίου. Τότε οι λίμνες παγώνουν και δεν κουνιέται πλεούμενο. Ξαναρχίζει στις αρχές Απριλίου. Γιατί οι λίμνες παγώνουν και είναι αδύνατη κάθε είδους πλεύση.

Οι ναυτικοί πολλές φορές εύχονται να τους προλάβει ο χειμώνας και να μείνουν σαν τα φουνταρισμένα καραβοφάναρα στα λιμάνια των Λιμνών. Γιατί, εκτός των άλλων, υπάρχει πλήθος Ελλήνων που ζουν σε όλες αυτές τις πόλεις. Και είναι απίστευτη η συμμετοχή των Ελλήνων στο γίγνεσθαι της Αμερικής. Δεν θα ξεχάσω τον καυγά σε ένα μπαρ του DULUTH. Πρόκειται για πόλη στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, όπου το ελληνικό στοιχείο δεν ήταν έντονο. Ένα βράδυ ένα οπλισμένο χέρι με σπασμένο μπουκάλι ήταν έτοιμο να χωθεί στο σώμα κάποιου έλληνα ναυτικού. Όμως ελληνικό χέρι, σαν από μηχανής θεός, γλίτωσε τον «πατριώτη». Χέρι Έλληνα που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσαμε την ύπαρξή του. Μετά έγινε φίλος μας και καθημερινός επισκέπτης μας. «Να είσαι καλά Βασίλη, εκεί που βρίσκεσαι. Στη γη ή στον ουρανό».

Μου έμεινε στο μυαλό μου ο τρόπος που αντιμετώπιζαν στα μπαρ οι φουσκωτοί και οι άλλοι τους έλληνες ναυτικούς. Ποτέ δεν χτύπησαν ή δεν κακομεταχειρίστηκαν Έλληνες στους διάφορους καυγάδες που συμβαίνουν. Πάντα με καλό τρόπο, ευγενέστατα. Ήταν ο σεβασμός, ήταν οι πολλοί έλληνες πελάτες, η αλληλεγγύη των Ελλήνων που ομολογουμένως έδειχναν ο ένας στον άλλο; Πάντως οι «φουσκωτοί» απέφευγαν τους καυγάδες με τους Έλληνες.

Στο Σικάγο και το Μιλγουόκι έπρεπε να ξεφορτώσουμε δύο αμπάρια σκοτσέζικο ουίσκι. Σε κιβώτια με φιάλες και βαρέλια, χύμα. Με το ξεκίνημα της εκφόρτωσης, άρχισε και η περιπέτεια του καπετάνιου και των άλλων υπευθύνων για την εκφόρτωση.

Στην Αμερική, τότε, ένα απ’ τα ισχυρότερα unions ήταν οι εργαζόμενοι στα λιμάνια και κύρια οι φορτοεκφορτωτές. Φαίνεται, επίσης, ότι και οι άνθρωποι που τα απαρτίζουν δεν ανήκουν και στους φιλήσυχους ανθρώπους. Άρχισαν, λοιπόν, να σχίζουν τα κιβώτια και να πίνουν σε σημείο που είχαν μεθύσει σχεδόν όλοι. Σε τέτοιο σημείο, που, όταν ανέβαινε η σαμπάνια με τα βαρέλια, τα χτυπούσαν με λοστούς και λούζονταν με το ουίσκι που έτρεχε στο αμπάρι. Σε παρατηρήσεις του λοστρόμου και μετά του γραμματικού, έκαναν ημικύκλιο γύρω τους κρατώντας μαχαίρια και γάντζους και τους ανάγκαζαν να φύγουν τρέχοντας και να ανέβουν τις σκάλες των αμπαριών.

Είδε κι απόειδε ο καπετάνιος και στο τέλος ζήτησε την προστασία των αρχών. Την επόμενη μέρα παρουσιάστηκαν μερικοί πιστολάδες (προφανώς της δίωξης) και άρχισαν να περιπολούν δίπλα στα κουβούσια των αμπαριών, για να μπορούν να βλέπουν τους εργάτες. Απόλυτη τάξη και ησυχία επικράτησε.

Μέχρι το μεσημέρι, όταν εκπρόσωπός τους επισκέφθηκε τον καπετάνιο και του δήλωσε: «Φρόντισε να φύγουν αμέσως οι πιστολάδες των αμπαριών, γιατί απ’ την επόμενη μέρα θα απέχουν απ’ την εκφόρτωση όλων των ελληνικών βαποριών που βρίσκονται στο Σικάγο».

Μετά από συνεννόηση του καπετάνιου με τις αρχές, έτσι έγινε. Μεθούσαν, έσπαγαν και το βράδυ οι πιο πολλοί με κελεμπίες φορτώνονταν ουίσκι και έφευγαν.

Τεράστια ζημιά, σχεδόν καταστροφή, που κανείς δεν ήξερε ποιον επιβαρύνει. Τους φορτωτές, τις ασφάλειες ή το αμερικανικό δημόσιο; Λένε πως τα φορτία τα καλύπτουν πλήρως οι ασφάλειες. Τέλειωσε η εκφόρτωση και χωρίς επιπλέον διατυπώσεις και προβλήματα, πήραμε την κατηφόρα, πιάσαμε άλλα τόσα μικρά και μεγάλα λιμάνια και φτάσαμε στο Μόντεραλ. Εκεί έγιναν πάλι όλες οι δουλειές και οι διατυπώσεις και ξανανοιχτήκαμε στον βόρειο παγωμένο Ατλαντικό, με τον ίδιο τρόπο και προσοχή που ήλθαμε. Έλεγχος του πάγου, μετά κομμάτια πάγου, παγόβουνα και ο άγριος Βόρειος Ατλαντικός. Πορεία τόξου. Λιμάνι προορισμού Γλασκώβη. Εκεί θα ξεφορτώναμε τα εμπορεύματα της Αμερικής και θα ξαναφορτώναμε για τον ίδιο προορισμό.

Το Fredrik Ragne, παρόλο το μικρό μέγεθός του, δεν μας ταλαιπώρησε πολύ. Κι ας ήταν ένα απ’ τα πιο δύσκολα ταξίδια. Καλοφτιαγμένο και καλοσυντηρημένο απ’ τους Σουηδούς, κατηγορίας Α, που σημαίνει ειδική χοντρή λαμαρίνα, διπλοκαρφωμένο, με σύστημα ψύξεως μηχανής κλειστού κυκλώματος και ό,τι άλλο προέβλεπαν οι κανονισμοί για τις παγωμένες θάλασσες.

Αργότερα, θυμάμαι το Anthony, που όταν μπήκαμε στους πάγους της βόρειας θάλασσας έκανε κοιλιές και έτριζε και λύγιζε, αναγκάζοντας τους ανθρώπους της μηχανής να ανεβαίνουν τη γραδελάδα για να είναι έτοιμοι στο «ό,τι ήθελε προκύψει».

Προσπαθώ πάντα να επισημάνω ότι ο Έλληνας ναυτικός κινδύνεψε, υπέφερε και πρόσφερε τον καλύτερό του εαυτό, για να φτιαχτεί το θαύμα της ελληνικής ποντοπόρου ναυτιλίας. Δεν του έπρεπε η τύχη που του επιφύλαξαν οι εφοπλιστές και οι κυβερνώντες. Το πιο πλούσιο ταμείο, το ΝΑΤ, του πήραν τα λεφτά και τα διέθεταν όπου αυτοί ήθελαν, του φόρτωσαν 25.000 πρόσφυγες του Πόντου για συνταξιοδότηση και τελικά το κατάντησαν ένα απ’ τα πιο φτωχά ταμεία. Κι ο ναυτικός πλήρωνε τεράστια ποσά, που τα συμπλήρωνε κι ο πλοιοκτήτης. Κρατήσεις που έφταναν και ξεπερνούσαν ένα μέσο μισθό δημοσίου υπαλλήλου. Τώρα οι άνεργοι και άστεγοι έχουν κατακλύσει την ακτή Μιαούλη και που με τους άλλους ανέργους ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο, οι έλληνες εφοπλιστές θα μπορούσαν να απορροφήσουν 200.000 που υπολογίζονται οι ναυτικοί που εργάζονται στα ελληνόκτητα πλοία. Αποξενωμένοι απ’ την παράδοση των προγόνων τους, που έζησαν στα βαπόρια κι έχοντας χάσει σχεδόν όλα τα ιδεώδη και χαρακτηριστικά του Έλληνα ζουν σε έναν άλλο κόσμο. Στον κόσμο των μπίζνεσμαν και του αφελληνισμού. Οι κυβερνώντες δεν τους χαλούν χατήρι. Ισχυριζόμενοι ότι απειλούν να αποσύρουν την ελληνική σημαία και θα μας λείψει το συνάλλαγμα που εισάγουν, τους κάνουν όλα τα χατίρια και όλες τις διευκολύνσεις.

Ακόμη και απ’ τον ΕΝΦΙΑ τους έχουν απαλλάξει. Η αλήθεια όμως είναι ότι 4.800 ελληνόκτητα πλοία έχουν ξένη σημαία και επανδρώνονται από περίπου 150.000-200.000 ξένους ναυτικούς. Τα δε υπό ελληνική σημαία ποντοπόρα πλησιάζουν τα 700.

Η συμπαιγνία κυβερνώντων και εφοπλιστών έχει φτάσει στο απροχώρητο. Ένας αφάνταστος πλούτος δημιουργημένος απ’ τους έλληνες ναυτικούς, με την καθοδήγηση των δεύτερων, δεν ανήκει και δεν προσφέρει πια στην πατρίδα το παραμικρό. Γιατί πέρασε η εποχή που εφοπλιστές και ναυτεργάτες εθεωρούντο συνεργάτες.

Τώρα θεωρούν τους εαυτούς τους millioners και τους ναυτικούς παραγιούς και κούληδες.


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Τα ελληνικά ξενοδοχεία της Μοζαμβίκης

Από τα τέλη κιόλας του 19ου αιώνα, οι Έλληνες της Μοζαμβίκης έχουν στην κατοχή τους ξενοδοχεία. Στο Lourenço Marques και συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών Rua Araujo και Rua Ferrer, πολύ κοντά στοσιδηροδρομικό σταθμό, συναντούμε το ξενοδοχείο «Central», ένα από τα παλαιότερα καταλύματα στην πόλη, το οποίο καταγράφεται στην απογραφή που διενεργήθηκε το 1894 στην πόλη[1]. Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1911 θα εξαγοραστεί από τον Εμμανουήλ Μπελιμπασάκη, ο οποίος έφθασε από το Λασίθι της Κρήτης λίγα χρόνια νωρίτερα[2]. Το 1920 το ξενοδοχείο θα αλλάξει ξανά ιδιοκτήτη, καθώς θα περάσει στα χέρια του Χ. Κυριακάκη[3]. Πριν όμως από το «Central», υπάρχει αναφορά σε παλιότερο ελληνικό ξενοδοχείο στην πόλη που ανήκει στον Θεοχάρη Χαριετάκη και λειτουργεί πριν από το 1907, χωρίς δυστυχώς να γνωρίζουμε το όνομά του[4]. Τέλος, άλλο ένα ελληνικό ξενοδοχείο ήταν το «Gloria» των Μυτιληνιών, Στέλιου Μαραγκού και Δημήτρη Μαρτίνη.       
 Το ξενοδοχείο «Central» του Χ. Κυριακάκη, τη δεκαετία του 1930

Το  «Central» όπως είναι σήμερα.
Στην Beira τώρα, εκτός από το «Victoria» που άνηκε στον Κασσιώτη Κώστα Πιπέρη και λειτουργούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρχε το «Queen’s» του Κίμωνα Διοματάρη, το «Metropole» του Λημνιού Θεοδ. Θεοδωράκη, το «Acropole» του Γιώργου Στραμότα[5] και το «Beira» του Νικόλαου Ζαχάρη από την Κάσο. 
 To ξενοδοχείο «Queen’s» στα τέλη του 19ου αι.

 To ξενοδοχείο «Victoria», Beira 1904
 (A.N.T.D.T., PT-TT-CMZ-AF-GT-E-2-1-6-37).
Τέλος υπήρχε και ένα ξενοδοχείο στη Vila Pery, το «Αcropole», ιδιοκτησίας Εμμ. Βανδούζη.
  

[1] Reis, C., A populacao de Lourenço Marques em 1894, Instituto Nacional de Estatistica, Publicacoes do Centro de Estudos Demograficos, Lisboa 1973, σ. 29.
[2] Α.Π.Μ., επιστολή του Κων/νου Μπελιμπασάκη, αδερφού του Εμμανουήλ, προς το ελληνικό προξενείο του Lourenço Marques με ημερομηνία 29/7/1946.
[3] Το 1920 Ο Π. Μακρόπουλος δούλευε ως barman. Σχετικά στο Ημερολόγιο Πάνου Μακρόπουλου.
[4] Α.Π.Μ., επιστολή του γερμανικού προξενείου στο Lourenço Marques προς το ελληνικό προξενείο Αρ. Πρωτ. 381/ 2-4-1908, στην οποία γίνεται αναφορά στον Θεοχάρη Χαριετάκη με αφορμή τον θάνατο του αδερφού του Μανώλη που ζούσε στην περιοχή Kondoa της Τανγκανίκας.
[5]Εφημερίδα Λήμνος,  21/7/1929, α.φ. 682.
Πηγή: http://greeksofafrica.blogspot.gr

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ




Του κ. Γιώργου Χρήστου

Φοιτούσα στο Γυμνάσιο και θα ήμουν Τρίτη ή Τετάρτη τάξη. Μέναμε με το Βασίλη το Μαστρογιάννη μέχρι που βγάλαμε το Γυμνάσιο, και περνούσαμε όμορφα και αγαπημένα. Εκείνες τις μέρες, έστειλε ο Γρηγόρης ο αδερφός του Βασίλη, ένα ποδήλατο.Ο Βασίλης έπρεπε να το πάει στο χωριό,αλλά πως; Χρήματα δεν υπήρχαν για να το βάλει στο λεωφορείο,οπόταν μου κάνει την πρόταση να το πάω εγώ στο χωριό μια και ήξερα καλό ποδήλατο. Εγώ δέχτηκα γιατί από τη μια θα γλύτωνα το εισιτήριο και από την άλλη θα χόρταινα ποδήλατο.
Έτσι λοιπόν την τελευταία μέρα του Σχολείου πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων, μόλις τελειώσανε τα μαθήματα,κι ενώ οι άλλοι μπήκαν στο λεωφορείο για το χωριό,εγώ ξεκινούσα με το ποδήλατο. Χειμώνας,κρύο πολύ κι εγώ σιγά-σιγά είχα φτάσει στην ισιάδα που πηγαίνει για τα Θέρμα.
Εκείνη την ώρα,για καλή μου τύχη,περνούσε ο Βάιος ο Μανωλέρης με το φορτηγό του, φορτωμένος βαμβάκι, και με…αρπάζει.
-Πού πας βρε κουπρόσκ’λου μι του πουδήλατου; Γύρνα πίσου κι ακλούθα μι για να σι πάρου γω.
Θες ότι φοβήθηκα ,θες ότι αναλογίστηκα ότι δεν θα τα κατάφερνα να φτάσω στο χωριό,υπάκουσα,γύρισα πίσω και περίμενα να ξεφορτώσει.Αργά το βράδυ φτάσαμε στο χωριό.Η καυμένη η μάνα μου με περίμενε φυσικά με το λεωφορείο. Έμαθε ότι δε θα ερχόμουν με το λεωφορείο και ήταν ,με το δίκιο της έξω φρενών. Μόλις έφτασα στο σπίτι σαν τη βρεμένη γάτα η μάνα μου μ’ έκανε ρόμπα.
Ιγω σ΄’εστλα λεφτά να ‘ρτς μι του λεουφουρείου κι σι μπάτεχα.Τί να σι πω τώρα κουτζαμαν αντρα.
Εγώ κουκουλώθηκα με το πάπλωμα χωρίς να βγάλω κιχ. Τί να πω άλλωστε;

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Από τις στέπες στο Αιγαίο- Ντοκιμαντέρ


Λήμνος. Ο Ρωσικός Γολγοθάς από Aphroxilanthi


Το ρωσικό ενδιαφέρον για τον εντοπισμό των ιστορικών χώρων και την ανέγερση μνημείων στη Λήμνο όπου έδρασαν Ρώσοι στο παρελθόν προέκυψε πριν από περίπου μία δεκαετία.

Κάθε Οκτώβριο μάλιστα γίνονται στο νησί σχετικές εκδηλώσεις στις “Ημέρες Ρωσο-Ελληνικής φιλίας”.



Οι Ρώσοι εμφανίζονται σε δύο ιστορικές περιόδους στη Λήμνο. Την πρώτη, κατά τον ρωσοτουρικόπόλεμο του 1770 όταν ο ρωσικός στόλος με τον κόμη Αλέξιο Ορλώφ έφτασε στο νησί και πολιόρκησε το Καστρο. Στις συγκρούσεις με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις σκοτώθηκαν 72 Ρώσοι ναύτες που θάφτηκαν στο Μούδρο. Πρόσφατα στήθηκε “μνημείο των πεσόντων το 177ο για την απελευθέρωση της Λήμνου στο προαύλιο της εκκλησίας του Ευαγγελισμού στο Μούδρο. Μνημείο των πεσόντων Ρώσων έχει στηθεί και στο Ρωμαίικο γιαλό στη Μύρινα.

Τη δεύτερη φορά, το 1920-21.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 και την επικράτηση των Μπολσεβίκων χιλιάδες στρατιωτικοί του ' ́Λευκού Στρατού'', κυρίως Κοζάκοι, και πολιτικοί εγκατέλειψαν τη Νότια Ρωσία και εγκαταστάθηκαν με τη βοήθεια των Συμμάχων ως πρόσφυγες σε πρώην συμμαχικά στρατόπεδα, στα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Τύνιδα.

Το σύνολο αυτών των φυγάδων υπερέβαινε τους 200.000 άνδρες και ήταν ο κύριος όγκος των Λευκορώσων εμιγκρέ που πλημμύρισαν την Ευρώπη. Πολύ σύντομα ο τεράστιος αριθμός ανδρών (και γυναικών) κατανεμήθηκε σε είκοσι οργανωμένα στρατόπεδα.

Ο Ρωσικός Γολγοθάς

Οι πρώτοι 5.000 Ρώσοι έφθασαν στη Λήμνο το Μάρτιο του 1920 και εγκαταστάθηκαν στα συμμαχικά στρατόπεδα στην περιοχή μεταξύ Πορτιανού και Τσιμανδρίων κάτω από άθλιες συνθήκες και κακουχίες που προκάλεσαν πολλούς θανάτους.

Ακολούθησαν και άλλες καραβιές. Οι πρώτοι μήνες της διαμονής στη Λήμνο ήταν εξαιρετικά δύσκολοι.

Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν σκληρές και η χορήγηση τροφίμων από τους Συμμάχους περιορισμένη.

Πολλοί πουλούσαν στους ντόπιους, αλλά και στους Άγγλους και Γάλλους στρατιωτικούς, πολύτιμα αντικείμενα που έφεραν από την πατρίδα τους, για να επιβιώσουν.

Οι θάνατοι αυξάνονταν από τις κακουχίες και επιδημίες. Στα τέλη Μαρτίου οι Άγγλοι παραχώρησαν για τους ρωσικούς τάφους ένα κομμάτι γης στο ακρωτήριο Πούντα. Μέχρι τα τέλη Μαΐου στο λιμάνι Καλογεράκι παρέμεινε το ατμόπλοιο «Βλαδίμιρ» στο οποίο βρισκόταν το νοσοκομείο με πληγέντες αξιωματικούς που μετακινήθηκαν από την Νοβοροσίσκ. Μεγάλο μέρος των νεκρών αποτελούσαν τα παιδιά. Συνολικά υπολογίζεται ότι θάφτηκαν στο ρωσικό νεκροταφείο της Λήμνου 350 Ρώσοι από τους οποίους τα 82 ήταν παιδιά.

Τον Ιούνιο του 1921 άρχισαν να μεταφέρουν τις κοζάκικες στρατιωτικές μονάδες και πρόσφυγες στη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, κίνηση που ολοκληρώθηκε στο τέλος της χρονιάς. Από τον Ιανουάριο του 1922 μέχρι τον Μάρτιο του 1924 στο νησί παρέμειναν δύο αξιωματικοί στα καθήκοντα των οποίων ήταν η συντήρηση των ρωσικών νεκροταφείων, τα οποία, στα χρόνια που μεσολάβησαν, εγκαταλείφθηκαν και ερημώθηκαν. Η προσπάθεια εντοπισμού και ανασύστασης του ρωσικού νεκροταφείου καθώς και την τέλεση ετήσιων μνημοσύνων από τη ρωσική πλευρά άρχισε το 2004.

(Πηγή: Μουσειολογική Μελέτη του Κέντρου Ιστορικής Ενημέρωσης Λήμνου στο Πορτιανού)